Λέξεις του γλωσσικού ιδιώματος του Πλωμαρίου δάνειες από ξένες λέξεις
Γράφει ο/η Νικόλαος Αθανασέλης   
18.12.08

greekletters.png1.    Καλ' καντής: Παρατσούκλι για μαυριδερούς και αδύνατους ανθρώπους με γωνιώδη χαρακτηριστικά.(Αναφερόταν συνήθως για τους Πολιχνιάτες).

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: Καλ'καντής / καλικαντής/καλί και καντής / καλί = μαύρο και καντής = γωνιώδης, αγκύλος.

Ιταλικά: CANTO - CANTA=γωνία , καμπή.,

 

2.   Καπτούρα  ή  καφτούρα : είδος φυτού  που απολήγει σε σχήμα κώνικο , σαν στάχυ.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: καφτούρα / κάπιτον αι η κατάληξη -ούρα.

Κάπιτον = Λατινικά κάπιτο (capito) σημαίνει αυτός που έχει μεγάλο κεφάλι.

 

3.   Κατσιρντώ:(αορ.κατσίρκσα):χωρίς να το θέλω αφήνω να μου ξεφύγει κάτι να μου πέσει κάτι.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: στα Τούρκικα:KACIRMAK=αφήνω να μου ξεφύγει.

 

4. Κουμλί (κουμλέλ):  πήλινο δοχείο κυλινδρικό (που το χρησιμοποιούσαν κυρίως μα βάζουν μέσα τις βρώσιμες ελιές).

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: προέρχεται από το Λατινικό CUMULUS=σωρός(ίσως επειδή   έβαζαν τις ελιές σωρό).

 

5. Κταβ' : νεογνό σκυλιού αλλά και είδος  γαλέου (μικρού σκυλόψαρου).

ΕΤΥΜΟΛΓΙΑ: κτάβ' /κουτάβι / ετυμολογικά αξεδιάλυτο.

 

6.   Μαλάς :  Μυστρί του χτίστη ή του σοβατζή.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ:  προέρχεται από το Τούρκικο  MALA= μυστρί .

 

7.   Μλιούδ' : Κάτι μαλακό από τη βροχή. Φράση:  «βράχτσι τσι γίντσι μλιούδ'  δηλαδή: βράχηκε και μαλάκωσε από τη βροχή .

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ : προέρχεται από το Λατινικό MOLLIS=μαλακός.

 

8.   Μλί :Στομάχι νεογέννητου αρνιού (χρησίμευε για μαγιά στο πήξιμο του τυριού ).

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ:  Όπως και η λέξη μλιούδ' , δηλ. από το λατινικό MOLLIS= μαλακός.

 

9.   Πατσαρλαγκίζου: Κομματιάζω (παρτσιάδ' =κομμάτι).

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: Από το Τουρκικό   PARCA = κομμάτι.

 

10.  Πευκατσίγινου : Πευκοβελόνα.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ:  Πεύκο  και  τσίγινο . Τουρκικά TIKEN - DIKEN = αγκάθι.

 

11.  Λιμπέρνω : (αορ. Λίμπαρα ή λιμπάρσα).: Ξελαφρώνω , αποκτώ ευρυχωρία.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: Ιταλικά ALLIBARE = ξελαφρώνω.

 

12.   Μπραγκός :  Ραβδί με άγγιστρο στην άκρη. Φράση: «τουν ‘πιασι η μπραγκός» .

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: Ιταλικά  BRANCA = πόδι ή νύχι αρπακτικού  πουλιού.

 

13.  Απταλς': Αγαθός , άκακος αλλά και κουτός. Επικρατεί η ερμηνεία της λέξης αυτής για να χαρακτηρίσει κάποιον  για τις νωθρές  και άχαρες κινήσεις του. Στη Περιοχή του Πλωμαρίου και στο Μπορό υπάρχει χορός  με το όνομα «απτάλκους ».

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ : Προέρχεται από το Τουρκικό  ABDAL =αγαθός , κουτός.

 

14.  Άρατους (ή άραντους): Επίθ. άφαντος.Φράση: «απουδώ στουν άραντου του πιτσί μου γδάραντου» δηλαδή: ώσπου να βρει τι θέλει  του γδάρανε το πετσί. Τόλεγαν γι' αυτούς που δεν είχαν μια συνέχεια στη κουβέντα τους.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: Πιθανόν να προέρχεται από το ρήμα αρατώ ή αραντού που σημαίνει γυρεύω , ψάχνω να βρω, ή από το Τουρκικό ARAMAK = ψάχνω να βρω.

 

15.   Άρτσι - μπούρτσι  (και λουλάς).: Ότι του κατέβει , ασυνάρτητα , ανορθόδοξα.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: Από το Μεσαιωνικό «Αρτζιβούριον» που ήταν μια νηστεία Αρμένιδων με την οποία δεν συμφωνούσαν οι ορθόδοξοι.

 

16.   Άτζα : (η ,θυλ. ) : Το πίσω μέρος της κνήμης.( Ο εξογκωμένος στρογγυλός μυς) .

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: Πιθανόν από το Ιταλικό  CANTA= γωνία , καμπή.

 

17.   Αχλιά :Στάχτη.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ : αχλιά / α προθετικό  και το Περσικό KILUA = στάχτη για σαπούνι , ποτάσα .

 

18.   Γαλιά: 1ον) Νυφίτσα  (Ικτίς).

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: Από το αρχαίο Ελληνικό Γαλεή = νυφίτσα.

2ον)Καρπός αναρριχώμενης κολοκυθιάς (χρήση για μετάγγιση υγρών και κυρίως καυτού νερού ), και ανθρώπινο κρανίο.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: Πιθανόν από το Λατινικό Galea = πέτσινο κράνος, ή GALEOLA =  μικρό στρογγυλό δοχείο.

 

19.   Γιαπράκι : Ντολμάς με γέμιση από ρύζι και κιμά σε φύλλα κλήματος ή λάχανου κ.ά.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ : Από το Τουρκικό  YAPRAK = φύλλο φυτού, αμπελόφυλλο.

 

20.   Ζαρταλούδ' :  Άγριο βερίκοκο (μικρό ως προς το ήμερο με πικρό μύγδαλο) .

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ : Από  το Περσικό ZARDALU  ή από το Τουρκικό ZERDALI  που σημαίνουν άγριο βερίκοκο.

 

21.   Ζνίχ'  : σβέρκο , αυχένας ,τα νεύρα που ενώνουν το λαιμό με το κεφάλι από τα πλάγια.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ : Από το Τουρκικό  CIKIM = κόμπος, δεσμός, σπόνδυλος..

 

22.   Δρασπέτς' :Πολύ ξινό ,έντονο στη γεύση.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ : Γαλλικά  RAPE ή RASPE = ποτό από τσίπουρα.

 

23.   Ζβρουντουγόνα ή σβουρτουγόνα.(ρήμα :σβουρντουνώ) = σφεντόνα.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ : Ζβρουντόνα / σ προθετικό  και βροντόνα / στα Βενετικά VERETON = είδος βέλους από βαλλίστρα.

 

24.     Ίσκα : Είδος ξερού φυτού πολύ εύφλεκτου, για άναμμα φωτιάς με ειδικό «τσακμάκι» από σίδερο σε σχήμα πετάλου.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ : Από το Τουρκικό ISIK = ISIQ = ζέστη, κάψιμο.

 

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ:   ΝΙΚΟΛΑΟΣ  Δ. ΑΘΑΝΑΣΕΛΗΣ

(Απόσπασμα από την εργασία μου στην Παιδ. Ακαδημία Μυτιλήνης  το 1987)

 

Τελευταία ανανέωση ( 18.12.08 )