http://www.mporos.gr/neoxori

Οι Ψημιές PDF Εκτύπωση E-mail
Γράφει ο/η Μιχάλης Τσαξιρλής   
19.09.10
Σε απόσταση τρία χιλιόμετρα περίπου από το Μπορό και ανάμεσα σε δυο βουνά καταπράσινα από ελιές, βρίσκεται ο μεράς (περιοχή) Ψημνιές, όπου έχουν τα κτήματα τους πολλοί Μποριανοί.
Τα παλιά χρόνια, πολλές οικογένειες μένανε μόνιμα στο βουνό, ώστε να βρίσκονται κοντά στις καλλιέργειες τους ή ερχόντουσαν για διακοπές το καλοκαίρι, δεδομένου ότι τότε δεν υπήρχε η σημερινή τάση της φυγής στη θάλασσα. Έτσι πολλές οικογένειες, έφευγαν από το Πλωμάρι και από τα χωριά και πηγαίνανε στα κτήματα τους στο βουνό, όπου είχανε ένα “ντάμ” ( αγροτικό σπίτι στο βουνό) για να μένουν. Είχανε πρόσβαση σε κάποια  μάνα (πηγή με νερό), ένα μπαχτσέ ( κήπο) για να έχουν τα “μπαχτσαβανκά” τους (κηπευτικά), πολλές  φορές κανένα μικρό αμπέλι για τα σταφύλια τους και οπωροφόρα δέντρα για να έχουν τα φρούτα τους.

Βρισκόμαστε στην δεκαετία του 1950-1960 και στις Ψημνιές μένανε μόνιμα πολλές οικογένειες, ενώ πολλές άλλες κάνανε εξοχή το καλοκαίρι.
Ανεβαίνοντας από τη ξηρή απιδιά προς Ψημνιές,  συναντούσες την οικογένεια Κουσταγκή Στεργιαννέλη με την οικογένεια του που έμεναν χειμώνα-καλοκαίρι. Λίγο ποιο μέσα  βρίσκαμε την οικογένεια του Γιώργου Τσαξιρλή (το γένος από τη μητέρα του Μπαρέλλη), θα συναντούσαμε επίσης την οικογένεια του Παναγιώτη Στρούμπα  (το γένος από την γυναίκα του Παναγιώτη Μπάρου) ενώ τα καλοκαίρια έμενε εκεί και ο Παναγιώτης Μπάρος. Από τους γνωστότερους κατοίκους της περιοχής, ήταν και ο Γιάννης Μαυραγάνης που είχε ένα από τα καλύτερα κτήματα στη περιοχή. Μόνιμα έμενε και η οικογένεια Χριστόδουλου (Κστόλδος)   Μπάρου. Τέλος μόνιμη  κατοικία ήταν και για το Μιχάλη Μπάρο και την οικογένεια του, και τον Στρατή Μπάρο με τη γυναίκα του Ειρήνη.
Το περισσότερο χρόνο έμενε στην περιοχή και ο Δημήτρης Λούπος (του Τσαμπί) με τη γυναίκα του Τριανταφυλλιά το γένος Μπαρέλλη, ενώ το χειμώνα και για να μαζεύει τις ελιές από τα κτήματα του, έμενε στην περιοχή και ο Γιώργος Καλδής με τη γυναίκα του Μαριγώ. Το σημείο  μάλιστα στο οποίο έμενε ο τελευταίος και εξαιτίας του  βράχου που είχε  σ αυτό και προσδιόριζε ολόκληρη την περιοχή, που ονομάζεται μέχρι και σήμερα τ’ Καλδή του Μάρμαρου, κάτι που συνήθιζαν τότε να δίνουν σαν όνομα στις περιοχές από ένα μεγάλο βράχο που τον έβλεπες από παντού και διατηρείται ακόμη και τώρα όπως τσ, σκλιούς  το μάρμαρο, και τα πέντε μάρμαρα. 
Εκτός από αυτούς που έμειναν μόνιμα, το καλοκαίρι μετακόμιζαν κι άλλοι  από τα γύρω χωριά συνήθως. Αυτοί είχαν κτήματα στη περιοχή και κάποια “καθσά” (νταμ) για να μείνουν και να ξεκαλοκαιριάσουν. Έτσι συναντούμε τον Αθάνατο από το  Καμένο χωριό με τη γυναίκα του Αρχοντούλα αλλά και τις οικογένειες Σαλά από το Πλωμάρι, που είχαν μεγάλα κτήματα στη περιοχή. Μετακόμιζε λοιπόν η οικογένεια Δημήτρη Σαλά και η οικογένεια Αντωνίου Σαλά Στα κτήματα της οικογένειας Σαλά έμενε το  χειμώνα ο “ταϊφάς” (ομάδα εργατών - εργατριών) με το “κεχαγιά” ( ο επικεφαλής της ομάδας), που μάζευαν τις ελιές και καλλιεργούσαν τα κτήματά τους.
Εδώ και μετά την αναφορά των ονομάτων των οικογενειών,  πρέπει  να επισημάνουμε το  την σύνδεση του μεγάλου μέρους αυτών  που διέμεναν εκεί, μέσω των επωνύμων Μπάρου ή Μπαρέλλη, που προσδιορίζει και την καταγωγή αυτών από το Μπορό, μεράς του οποίου είναι οι Ψημνιές.
Βγαίνοντας τώρα λίγο πιο πέρα από τα όρια της περιοχής Ψημνιές και λίγο παραπάνω, βρίσκαμε πολλές ακόμα οικογένειες που μένανε στη γειτονική Σύντα και διατηρούσαν σχέσεις γειτονίας με τους Ψημνιώτες.
Αναφέροντας τις οικογένειες που κατοικούσαν στη Σύντα διαπιστώνουμε  ότι τα βουνά της περιοχής, επειδή ήταν  γόνιμα, ήταν τόπος κατοικίας μεγάλου αριθμού ανθρώπων σχεδόν ολόκληρη κοινότητα. Να σημειώσουμε  ότι στη Σύντα υπήρχε και καφενείο εκείνη την εποχή.
Στη Σύντα λοιπόν  βρίσκαμε την οικογένεια Μιχάλη Καλδή με τη οικογένεια  του, και τον Μανόλη Μιχαλακελη με την οικογένεια του.
Επίσης στη Σύντα έμενε το καλοκαίρι η οικογένεια Σαβέλλη (Τσομπανελη), όπως και ο Γιάννης Κουτσουραδής από το Παλαιοχώρι με τη γυναίκα του Βαγγελιώ, οι οικογένειες του Παντελή Κουτσουραδή, Χρήστου Κουτσουραδή , Δημήτρη Κουτσουραδή, και Χαράλαμπου Κουτσουραδη ο Νικόλαος Σκυβαλάκης με τη οικογένεια του, ο Παναγιώτης Μουχτούρης, με την οικογένεια του, οι οικογένειες του Στράτου Μουχτούρη, οι οικογένειες Δημήτρη Μουχτούρη η οικογένεια Γιάννη Λούπου (Τσαμπί), η οικογένεια Λεύτερη Χρυσάφη, και Χαραλάμπη Χρυσάφη, και η οικογένεια Χαραλάμπου Μπάρου.
Τέλος στα γειτονικά Φλίπια, έκανε τα καλοκαίρια τις διακοπές του ο Χρυσόστομος Γιαλούρης, Δεσπότης της Χίου.


Εκείνη την εποχή η διαμονή στο βουνό ήταν μια παρά πολύ δύσκολη υπόθεση. Οι δυσκολίες ξεκίναγαν από την κατασκευή των νταμιών και κατέληγαν στην προμήθεια ή συλλογή των απαραίτητων εφοδίων για την επιβίωσή τους στον απομονωμένο τόπο. Έπρεπε να λύσεις παρά πολλά καθημερινά προβλήματα και ειδικά το χειμώνα, οπότε και η επικοινωνία με το Μπορό ή με άλλο χωριό, ήταν δύσκολη έως αδύνατη με αποκλεισμούς από χιόνια ή από πλημμύρες. Έτσι βασικές ανάγκες όπως η αγορά εφοδίων που ήταν απαραίτητα για την διαβίωση τους, η υγεία ή και η εκπαίδευση των παιδιών, ήταν πολύ δύσκολα να τις αντιμετωπίσεις.

Τα ντάμια κατασκευάζονταν από τους ίδιους με υλικά που μάζευαν από τη περιοχή πέτρα που έβγαζαν από νταμάρια και πελεκούσαν οι ίδιοι, χώμα κόκκινο κοσκινισμένο, ασβέστη, και όλη την ξυλεία που χρειαζότανε το ντάμ για την σκεπή το πάτωμα, τα παράθυρα τις πόρτες τα  ντουλάπια ήταν από ντόπιους κιριστέδες (κορμοί δένδρων κομμένοι και πελεκημένοι) από πεύκα, λεύκες, κυπαρίσσια, καρυδιές, και καστανιές.

Η επικοινωνία με τα κοντινότερα χωριά γινότανε με τα ζώα, από δύσβατους αγροτικούς δρόμους, που κάθε χρόνο φρόντιζαν οι ίδιοι με προσωπική εργασία να τους καθαρίζουν και να τους επιδιορθώνουν. Σε πολλά σημεία των δρόμων έφτιαχναν την “πατωμένη” (πέτρες κάθετα βαλμένες με τέχνη στο χώμα  χωρίς τσιμέντο) για να μη χαλάει ο δρόμος από τη βροχή.
Τα παιδιά ήταν αναγκασμένα από μικρή ηλικία να περπατούν κάθε μέρα στα βουνά για να πάνε στο Δημοτικό Σχολείο του Μπορού.
Εκτός από τις  πολύ  σοβαρών περιπτώσεων οπότε και αναγκάζονταν να κατεβούν στο γιατρό  του Μπορού τον Αυγύρη τα θέματα υγείας τα αντιμετώπιζαν με βότανα και πρακτική ιατρική και οι περισσότερες γέννες έγιναν στο βουνό με τη πολύτιμη βοήθεια της μαμής του Μπορού.

Για να εξασφαλίσουν την επάρκεια τροφίμων και συνεπώς την επιβίωσή τους, φρόντιζαν αυτοί που μένανε μόνιμα στο βουνό, να έχουν αποθηκεύσει διάφορα απαραίτητα τρόφιμα για να ξεπεράσουν τα προβλήματα που τυχόν παρουσιαζόντουσαν. Έτσι στα ντάμια που μένανε, είχαν διαμορφώσει ειδικούς χώρους στο κάτω μέρος (κατώι), για την αποθήκευση βασικών ειδών διατροφής τόσο για τους ανθρώπους όσο  και για τα ζωντανά τους. Τέτοιους χώρους συναντάμε και στα ντάμια που  τα λέγανε σάγιες και προορίζονταν για τα ζώα και βρίσκονταν σε παρακείμενο χώρο, όπου το κάτω μέρος ήταν ειδικά διαμορφωμένο για να βάζουν τα ζώα τους (μουλάρια, γαϊδούρια, άλογα, κότες, πρόβατα, κατσίκες, γουρούνια, κλπ) και σε ένα υπερυψωμένο πάτωμα (πατάρι) τοποθετούσαν τις ζωοτροφές τους και τα εργαλεία τους.
Βέβαια όλα αυτά τα εφόδια συνήθως δεν τα αγόραζαν, αλλά τα μάζευαν από τη  γύρω περιοχή, την κατάλληλη εποχή για το κάθε ένα.
Στο κατώι  το πρώτο και ποιο σημαντικό εφόδιο που συναντάγαμε, ήταν το λάδι, που το φυλάγανε σε “φκήνα” (κιούπι πήλινο) που καθαριζόταν και ξαναγέμιζε με τα πρώτα αλέσματα της χρονιάς. Σε άλλη “φκήνα” φυλάγανε τις φαγώσιμες ελιές που οι ίδιοι είχαν φροντίσει να μαζέψουν κατά το λιομάζεμα, οπότε και έκαναν τη διαλογή ώστε αυτές να είναι στρογγυλές, μεγάλες και να έχουν πολύ σάρκα. Στη συνέχεια,  έφτιαχναν άρμη με χονδρό αλάτι και τις έριχναν στη “φκήνα” όπου και διατηρούνταν μέχρι και τον επόμενο χειμώνα. Άλλες μέθοδοι με τις οποίες διατηρούσαν τις ελιές ήταν οι τσακιστές και οι δαμαστές. Άλλο βασικό εφόδιο ήταν το κρασί, φτιαγμένο από τα αμπέλια τους και αποθηκευμένο σε “φκήνα” ή βαρέλι, καθώς και το ξύδι και η αγουρίδα. Το αλεύρι δεν γινόταν να απολείπει από το κατώι και ενώ παλιά το έφτιαχναν και αυτό μόνοι τους, αργότερα το αγόραζαν σε μεγάλες ποσότητες για να μην υπάρχει περίπτωση να ξεμείνουν, διότι έφτιαχναν μόνοι τους το ψωμί. Το σπιτικό τυρί, ήταν επίσης απαραίτητο και συνήθως ήταν δικής τους παραγωγής, όπως και ο τραχανάς, καθώς όλοι είχαν πρόβατα ή κατσίκες σαν μια επί πλέον απασχόληση τους. Απαραίτητη ήταν και η σοδιά από ξερά “κτσα” (κουκιά). Επίσης στα ντάμια θα εύρισκες  αποθηκευμένα ξερά σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, “απδοκόματα” (ξερά αχλάδια κομμένα), ενώ κρεμασμένα σε  μακριά ξύλα στο κατώι, θα έβλεπες φρούτα, που τα μάζευαν το καλοκαίρι για να τα έχουν το χειμώνα, όπως κυδώνια, ρόδια, αχλάδια αλλά και σταφύλια χειμωνιάτικα. Οι ντομάτες εκτός από το άμεσο φάγωμα χρησιμοποιούταν και για την παραγωγή τοματοπελτέ για χρήση κατά τους δύσκολους χειμερινούς μήνες. Πέραν των ανωτέρω που ήταν συνήθως δικής τους παραγωγής, φρόντιζαν να διατηρούν παρακαταθήκη και από τα είδη που προμηθεύονταν από το μπακάλικο. Έτσι υπήρχαν ρύζι, μακαρόνια, φασόλια, ζάχαρη, καφέ, αλάτι, μπακαλιάρος παστός και ρέγκα παστή και για τους  καπνιστές,  κούτες με τσιγάρα.
Είτε μέσα στο “νταμ” είτε σε άλλο προστατευμένο μέρος κοντά σε αυτό, διατηρούσαν και παρακαταθήκη από στεγνά ξύλα που τα χρησιμοποιούσαν στο τζάκι τις κρύες μέρες του χειμώνα. Τα ξύλα συνήθως ήταν από ελιά ή και διάφορα άγρια δέντρα όπως οι “πρίνοι” (πουρνάρια) και δένδρα (βαλανιδιές) πετσαφλούδες που ήταν κομμάτια ξύλου που έμειναν μετά την υλοτόμηση του πεύκου από τους Μιστιτζιδες (υλοτόμοι).


Από οσα αναφέρουμε πιο πάνω, διαπιστώνουμε ότι την εποχή  εκείνη, οι οικογένειες που μένανε στα βουνά ήταν αναγκαστικά αυτάρκεις  και τα περισσότερα τρόφιμα και φρούτα τα κάλυπταν με δικές τους καλλιέργειες, ενώ φρόντιζαν να παίρνουν το μέγιστο από κάθε καρπό και καλλιέργεια. Αυτό βέβαια γινόταν με πολύ κόπο και συνεχή απασχόληση όλο το χρόνο.
Η βασική απασχόληση της περιοχής ήταν η καλλιέργεια της ελιάς και καθ’ όλο το χρόνο έπρεπε να βρίσκονται οι οικογένειες μέσα στα κτήματα. Έτσι έπρεπε να ασχοληθούν κατά σειρά με το όργωμα, το κλάδεμα, το καθάρισμα των κτημάτων από τα “τσιπιλίκια” (αγκάθια, βατους,αγριόχορτα και θάμνοι) και τέλος το μάζεμα των ελιών. Οι ελιές ραβδίζονταν με τη παραδοσιακή “ντέμπλα” (μακρύ ξύλο με το οποίο χτυπιούνται τα δέντρα έτσι ώστε να πέσει ο καρπός) και ακολουθούσε το λιομάζωμα με τα χέρια μιας και δεν υπήρχαν τότε άλλα μέσα. Στη συνέχεια τσουβαλιάζονταν στα γνωστά τρίχινα τσουβάλια, φορτωνόντουσαν στα ζώα και μεταφερόντουσαν στο ελαιοτριβείο.
Η ελαιοποίηση του καρπού γινόταν συνήθως στα  δυο ελαιοτριβεία του Μπορού. Το λάδι και αφού μια ποσότητα την αποθήκευαν για τις ανάγκες του σπιτιού, άλλη ποσότητα αποθήκευαν στο ελαιοτριβείο και χρησιμοποιούνταν για τις μεγάλες συναλλαγές τους όπως η αγορά ή ενοικίαση κτημάτων αντί χρημάτων. Σαν μέσο συναλλαγής ήταν ισχυρότερο και πιο σίγουρο από τα χρήματα και συνήθως όλα αποτιμούνταν σε οκάδες λάδι.
Όπως είπαμε και παραπάνω, την εποχή εκείνη τίποτα δεν πήγαινε χαμένο και ειδικά από την ελιά. Πέρα από το λάδι και τις ελιές, κατά το κλάδεμα που γινότανε το Απρίλιο-Μάιο, πέρνανε τα ξύλα για το τζάκι ή  φτιάχνανε κάρβουνα,  τα κλαδιά τα χρησιμοποιούσανε στο τζάκι ή στο φούρνο  για το ψήσιμο του ψωμιού και τα φύλλα αφού τα ξεραίνανε τα φυλάγανε σε μεγάλα τσουβάλια για να τα έχουν το χειμώνα για τα ζώα. Τέλος με τα λάδια που είχαν μεγάλες οξύτητες έφτιαχναν το σαπούνι τους.
Συνηθισμένο ήταν και το “κοκολόι”, κατά το οποίο όσοι δεν είχαν  αρκετές εκτάσεις, φρόντιζαν μετά το τέλος του λιομαζώματος από τους “ταϊφάδες” των πλουσίων, να πηγαίνουν στα κτήματα τους και να μαζεύουν τις τελευταίες πεσμένες ελιές που  είχαν μείνει, έτσι ώστε να συμπληρώσουν το εισόδημά τους.
Αξίζει εδώ να πούμε, ότι όσοι δεν είχαν δικά τους κτήματα έπαιρναν “κισήμια” (νοίκιασμα κτήματος) με αντάλλαγμα συνήθως λάδι. Έτσι και αφού γινόταν η εκτίμηση της ποσότητας ελαιοκάρπου, συμφωνούνταν μία κατ’ αποκοπή αμοιβή (“κιμσάρκα”), συνήθως σε ποσότητα λαδιού και ο ενοικιαστής αναλάμβανε το μάζεμα.
Πολλές φορές η ποσότητα του λαδιού που τους έμενε ήταν ελάχιστη, ενώ δεν ήταν λίγες και οι περιπτώσεις που έβγαιναν και χρεωμένοι.
Δευτερεύουσα απασχόληση (για κάποιους και κύρια) ήταν η εκτροφή μικρού αριθμού ζώων και πουλερικών, που θα τους εξασφάλιζαν το κρέας, τα αυγά και τα γαλακτοκομικά της χρονιάς. Σ’ αυτό βοηθούσε η ύπαρξη βοσκοτόπων αλλά και των ελαιοκτημάτων που είχαν αρκετή ποσότητα χόρτου. Από τα πρόβατα που ήταν τα κυρίως εκτρεφόμενα ζώα και που συνήθως έβοσκαν μέσα στους ελαιώνες, εξασφάλιζαν το γάλα τους,  το γιαούρτι, το τυρί, την μυζήθρα, το κρέας το μαλλί και την κοπριά για τους κήπους, τα αμπέλια και τις ελιές.
Η επεξεργασία του γάλακτος ήταν μια καθημερινή και κοπιαστική απασχόληση, αφού έπρεπε να το κάνουν τυρί. Ξεκινούσαν με το άρμεγμα των ζωών, στη συνέχεια γινόταν το βράσιμο του γάλακτος και τέλος το πήξιμο οπότε και έπρεπε να το βάλουν στα τυροβόλια, ξεχωρίζοντας στην αρχή το τυρί και στη συνέχεια τη μυτζήθρα. Αφού είχε στραγγίξει το τυρί και αφού είχε αλατιστεί με χόνδρο αλάτι, μετά έπρεπε να το βάλουνε σε ειδικό σανίδι  προφυλαγμένο από γάτες και τρωκτικά για να ξεραθεί και να είναι έτοιμο προς κατανάλωση. Μεγάλες ποσότητες από το τυρί αυτό, πήγαινε για να καλύψει τις υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει από το νοικίασμα κτημάτων που χρησιμοποιούνταν για βοσκή των ζώων τους. Μια άλλη ποσότητα από το τυρί αυτό το ρίχνανε στη “φκήνα” μαζί με λάδι και γινότανε το περίφημο λαδοτύρι. Αν περίσσευε κάποια ποσότητα αυτή μεταφερόταν στο Πλωμάρι ή την Αγιάσο για πούλημα. Οι μυζήθρες και για όση ποσότητα δεν καταναλωνόταν φρέσκιες, ξεραινόντουσαν και τις χρησιμοποιούσαν κυρίως σε ζυμαρικά.
Το καλοκαίρι που το γάλα ήταν λιγοστό, το έπηζαν κάθε μέρα σε γιαούρτι και το έριχναν σε μεγάλο καζάνι όπου και έφτιαχναν το τραχανόγαλο.  Έπαιρναν μετά σιτάρι και με  χειροκίνητες μυλόπετρες το έσπαγαν και το έκαναν κουρκούτι (σιτάρι σπασμένο). Στη συνέχεια ανακατεύανε τα δύο υλικά και μετά από πολύ βράσιμο και συνεχές ανακάτεμα  με μεγάλο ξύλο τραχανιστήρα, έφτιαχναν το τραχανά  που ήταν απαραίτητη και δυναμωτική τροφή για τον χειμώνα.
Από το γάλα παραγόταν επίσης και το βούτυρο της χρονιάς. Ζωικό βούτυρο κάποιοι παρήγαν και από το λίπος του γουρουνιού.
Με το μαλλί από το κούρεμα των προβάτων και αφού το περνάγανε από μια μεγάλη διαδικασία, φτιάχνανε υπέροχα μάλλινα ρούχα, υφαντά, μάλλινες κάλτσες και πουλόβερ. Όλα αυτά στο χέρι ή με την “κρεβατή” που απαιτούσε ιδιαίτερη τεχνική και είναι εξαιρετικά μεγάλη και επίπονη διαδικασία.
Άλλη απασχόλησή τους ήταν τα αχλάδια που ευδοκιμούν στη περιοχή, δίνοντας ικανοποιητική ποιοτικά και ποσοτικά παραγωγή. Έτσι φρόντιζαν να έχουν πολλές ποικιλίες που άρχιζαν τον Ιούλιο και τελείωναν τον Δεκέμβριο και τις οποίες φρόντιζαν να ανανεώνουν μπολιάζοντας αγριαχλαδιές που έβγαιναν μέσα στα κτήματα τους. Η ονομασία των ποικιλιών  ήταν συνήθως σύνθετη, με πρώτο συνθετικό το είδος και δεύτερο τη λέξη απίδι (αχλάδι). Πολλές εκ των ποικιλιών εξακολουθούν να υπάρχουν και σήμερα, ενώ για πολλές άλλες δεν γνωρίζω αν έχουν επιβιώσει. Έτσι συναντάμε τις κάτωθι ποικιλίες : τις αγελάδες, τα αγκύρας, τα ασπράπδα, τα αυγάπδα, τις δουκέσες, τα δροσάπδα, τα ζαράπδα, τα ζαχαράπδα ή αχτσέδες, τα κακάβια, οι κεφαλάδες, οι κοντούλες, τα κόσια, τα κουλουτσθάπδα,  τα κρυστάλια, τα κυδονάπδα, τα λιανάπδα, τα μλάπδα, τα μλάπδα ευρώπης, οι μουσταφάδες, οι μπεγερμούτες, τα ξνάπδα, τα πανάπδα, τα περκάπδα, τα πετράπδα, τα τζανί, τα τσιλουπάρματα, τα πρασνάπδα, τα τσιχράπδα, τα λεμονάπδα και οι μτζουρίτες. Τα δύο τελευταία τα έκαναν υπέροχα γλυκά του κουταλιού τα οποία τα φτιάχνουν ακόμη στα χωριά μας. Για τον χειμώνα είχαν τα κουντουρέλια, τα χειμονάπδα  και τις απδάρες.
Πολλά από τα αχλάδια αυτά είχαν και μεγάλη εμπορική αξία  όπως τα ζαχαράπδα, τα τσιλουπάρματα, τα λεμονάπδα και οι μπεγερμούτες, που τα μάζευαν και τα πωλούσαν στην Αγιάσο σε πολύ καλές τιμές για την εποχή εκείνη, ενώ σε πολλές οικογένειες τα χρήματα από τα αχλάδια ήταν περισσότερα από τα χρήματα που έβγαζαν  από το λάδι.
Το μάζεμα των σύκων απασχολούσε επίσης τους κατοίκους τον Αύγουστο. Τα  μάζευαν και τα απλώνανε στις απλωταριές (ειδικός χώρος καθαρισμένος και περιφραγμένος για να προστατεύεται από τα ζώα) όπου και ξεραινόντουσαν. Τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο τα ζεματάγανε και τα βάζανε σε κοφίνια, μαζί με φύλλα μυρσινιάς (αρωματικό φυτό) και τα είχανε όλο το χειμώνα. Τα σύκα τρώγονταν σκέτα ή γεμιστά με καρύδια και ψημένα στο φούρνο.  Τα μικρότερα από αυτά τα δίνανε και για τροφή στα ζώα τους το χειμώνα, ενώ μια άλλη ποσότητα τα βράζανε και κάνανε το βράσμα (πετιμέζι) και με αυτό φτιάχνανε υπέροχα μουστοκούλουρα, αλευριά και ρικέλι (κυδώνι βουτηγμένο στο βράσμα).
Τα αμπέλια της περιοχής, τους εξασφάλιζαν μέρος της  σοδιάς, με παρά πολλές ποικιλίες από φαγώσιμα σταφύλια αλλά και κρασοστάφυλα. Οι ποικιλίες που συνήθως συναντούσαμε ήταν  βάψες, κοντούρες μοσχάτα, ροζακί. Μετά τη συλλογή, γινόταν το πάτημα των σταφυλιών σε πατητήρι, που δεν ήταν άλλο από κορμό δένδρου, σκαμμένο εσωτερικά με ειδικό εργαλείο την αξίνα, που έμοιαζε με το τσαπί με την διαφορά ότι ήταν κοφτερό και από τις δυο πλευρές, έτσι ώστε να γίνει σαν σκάφη, ενώ στο κάτω μέρος είχε μια τρύπα για να τρέχει ο μούστος. Στη συνέχεια ο μούστος αποθηκευόταν σε ανοιχτή “φκήνα” ώστε να γίνει η ζύμωση και να γίνει κρασί. Πέρα από το κρασί, τα τσάμπουρα που έμεναν από το πάτημα των σταφυλιών, χρησιμοποιούνταν για να κάνουν το απαραίτητο ξύδι ενώ από τα άγουρα σταφύλια έφτιαχναν αγουρίδα που την έβαζαν σε φαγητό που χρειαζόταν ξινό, μιας και τα λεμόνια την εποχή εκείνη ήταν είδος πολυτελείας και δύσκολα μπορούσες να τα βρεις.
Άλλη καθημερινή τους ασχολία κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, ήταν ο μπαχτσές, όπου έπρεπε να αναλωθούν αρκετές ώρες τη μέρα στο να “τσπουρεύουν” (έννοια που περιλαμβάνει  τη φροντίδα του κήπου,  το φύτεμα, το σκάλισμα, το κόπρισμα και το πότισμα) τα “μπαχτσαβανκά”. Συνήθως φύτευαν ντομάτες, μελιτζάνες, μπάμιες, φασόλια, κολοκύθια, αγγούρια, πιπεριές, όπως και πατάτες, κρεμμύδια και σκόρδα που τα φύτευαν σε μεγάλες ποσότητες και τα φύλαγαν μέχρι να βγει η καινούργια σοδειά. Φύτευαν επίσης και όλα τα αρωματικά φυτά μαϊντανό, σέλινο, ρόκα, δυόσμο ενώ για το χειμώνα φύτευαν μαρούλια, πράσα. λάχανα. Οι μπαχτσέδες φυτευόντουσαν συνήθως δίπλα σε ¨μάνες¨ (πηγές) ή κατά μήκος της ροής του ποταμού, για να υπάρχει εύκολη πρόσβαση στο νερό, καθώς δεν ήταν δυνατή ή ήταν πολύ κουραστική η μεταφορά του σε απόσταση που γινότανε με κουρνέλες που ήταν ίσιοι κορμοί πεύκου πελεκημένοι στη μέση με αξίνα ώστε να τρέχει το νερό από τη μια στη άλλη.
Σημαντική ήταν και η καλλιέργεια κουκιών (“κτσά”) τα οποία σπέρνονταν το φθινόπωρο, οπότε και όργωναν με δικά τους μέσα (με άλογο ή μουλάρι που έσερνε το αλέτρι) τον ειδικό χώρο που είχαν γι’ αυτό το λόγο και που πολλές φορές ήταν μέσα στους ελαιώνες. Σ’ αυτή τη περίπτωση έπρεπε να βρίσκεται σε κάποιο σημείο που να μην είχε  ελαιόδεντρα, αφενός για να τα ¨βλέπει¨ ο ήλιος και αφετέρου να μην εμποδίζουν το μάζεμα των ελιών. Τα κουκιά μετά τη συλλογή τους και αφού κάποια τρώγονταν χλωρά, ξεφλουδίζονταν και απλώνονταν στον ήλιο, όπου ξεραίνονταν και ήταν πλέον έτοιμα προς αποθήκευση.
Η συγκομιδή των λοιπών εποχιακών καρπών και φρούτων γινόταν στις ενδιάμεσες περιόδους και παράλληλα με τις κύριες ασχολίες. Έτσι μαζεύανε καρύδια, αμύγδαλα, ρόδια, κυδώνια, μήλα, κάστανα.
Μέρος της τροφής τους, το πέρνανε κατευθείαν από τη φύση που έχει φανεί γενναιόδωρη στη περιοχή, προσφέροντας τους το χειμώνα άγρια χόρτα (πικροράδκα, ρζούσες, μαλιαρά, καστρινά, κοκινοράδικα, μεταξωτά, μάνες ) και μανιτάρια και την άνοιξη σβουρνιές, σπαράγγια, πεντάνευρα, ραδικοβλάσταρα και “λαγόρχια” (είδος μανιταριού).
Επίσης φρόντιζαν να μαζεύουν και να έχουν αποθέματα από δεντρολίβανο, φασκόμηλο και σαλέπι, από τα οποία έφτιαχναν υπέροχα ροφήματα που είχαν και θεραπευτικές ιδιότητες.
Την περίοδο που επιτρεπότανε το κυνήγι,  μιας και όλοι ήταν πολύ καλοί κυνηγοί, συμπλήρωναν τη διατροφή τους με πουλιά ή λαγό. Συνήθως κυνηγούσαν ορτύκια, φάσες, τσίχλες, κοτσύφια, πέρδικες, μελισσουργούς και αλαμάνες.
Πέρα από τη δική τους διατροφή έπρεπε να φροντίσουν και για τα ζώα τους. Παρότι τα ζώα ζούσαν ελεύθερα σε σωθήρια (κτήμα μεγάλο περιφραγμένο με άγρια δένδρα και κλαδιά που έριχναν οι ίδιοι πάνω στο φράχτη ή με πέτρινη περίφραξη που την έφτιαχναν οι ίδιοι), κατά τους χειμωνιάτικους μήνες και ιδιαίτερα όταν αυτός ήταν βαρύς, έπρεπε να υπάρχουν αποθέματα από γέμια (ζωοτροφές) ώστε να τα ταΐζουν στο διάστημα που δεν θα μπορούσαν να βρουν τροφή από μόνα τους .
Έτσι τον Ιούνιο θέριζαν από τα κτήματα τους το αυτοφυές χόρτο με δρεπάνια, το αφήνανε να ξεραθεί, το αλωνίζανε  σε  αλώνια με τη βοήθεια των ζώων και μετά φτιάχνανε μπάλες και τις φυλάγανε για το χειμώνα. Σε πολλά κτήματα και ειδικά στα βορινά, βγαίνει ένα χόρτο με την τοπική ονομασία ¨αφατσά¨ που είναι από τις καλύτερες τροφές για τα ζώα και η συλλογή του γινόταν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Εάν υπήρχε η δυνατότητα και η κατάλληλη γη, σπέρνανε και βίκο.
Πέραν των εξωτερικών αγροτικών εργασιών, υπήρχε και μια σειρά από καθημερινές εργασίες που έπρεπε να γίνουν στο σπίτι. Ακόμα όμως και αυτές που είναι απαραίτητες και σε ένα σημερινό νοικοκυριό, έπρεπε να γίνουν με πολύ περισσότερο κόπο. Έτσι έπρεπε να ζυμωθεί και να φουρνιστεί το ψωμί, να ανάψει το τζάκι ή ο φούρνος για το μαγείρεμα, να τυροκομηθεί το γάλα (όπως περιγράφηκε παραπάνω), να κουβαληθεί νερό (πόσιμο και για τη λάτρα της οικογένειας), να πλυθούν τα κατσαρολικά  και τα ρούχα.


Όπως καταλαβαίνει κανείς  οι δυσκολίες ήταν πάρα πολλές. Παρόλα αυτά οι άνθρωποι αυτοί, που ζούσαν μέσα στη φύση, νιώθανε ελεύθεροι και πολλές φορές τους άκουγες να λένε ότι έχουν δική τους κυβέρνηση και δεν είχαν καμιά δέσμευση με υποχρεώσεις που έχει η σημερινή κοινωνία όπως δάνεια κάρτες και λογαριασμούς. Ερχότανε το τέλος του μηνός και δεν είχαν να πληρώσουν κανένα λογαριασμό ούτε σε εφορία, τράπεζα, ΔΕΗ, ΟΤΕ ,λογαριασμούς νερού, τέλη κυκλοφορίας, βενζίνη, σούπερ μάρκετ. Οι μόνες πληρωμές που έκαναν ήταν για τη συντήρηση των εργαλείων που τα ατσάλωναν στο Πλωμάρι και τα απαραίτητα βασικά τρόφιμα από το μπακάλικο του χωριού.
Λόγω της εξάρτησής τους από τους καρπούς της γης, έτρεφαν μεγάλο σεβασμό προς τη φύση, φροντίζοντας ώστε αυτή να μην καταστρέφεται αλλά και να αναπαράγεται έτσι ώστε να είναι βιώσιμη και για τις επόμενες γενιές. Παράλληλα και λόγω αναγκαιότητας φρόντιζαν ώστε να διατηρείται στο ακέραιο η ποικιλομορφία. Έτσι διαπιστώνουμε ότι υπήρχε μεγάλος αριθμός ποικιλιών από τα διάφορα ενδημικά δέντρα και φυτά (που με μεγάλη μου λύπη διαπιστώνω ότι δεν υπάρχουν πλέον) και αυτά φρόντιζαν να τα διατηρούν, καθώς η συντήρηση τροφίμων ήταν δύσκολη έως αδύνατη κι έτσι έπρεπε να παίρνουν καρπό σε διάφορες εποχές.
Δύσκολη εποχή, αλλά πλέον στις μέρες μας και υπό τις παρούσες οικονομικές και περιβαλλοντικές συνθήκες και με το άγχος και το στρες να μας έχουν κατακυριεύσει, νομίζω ότι μια στροφή στον συγκεκριμένο τρόπο σκέψης μόνο θετικά θα μπορούσε να επιδράσει στην ανθρωπότητα.

Ένας Ψημνιώτης
Τσαξιρλής Μιχάλης
Τελευταία ανανέωση ( 19.09.10 )
 
< Προηγ.   Επόμ. >

Το περιοδικό μας

Κατεβάστε όλα τα τεύχη του περιοδικού

Παράθυρο στο χωριό

Hello, you either have JavaScript turned off or an old version of Macromedia's Flash Player. Get the latest flash player.

Facebook

Facebook

Youtube

Youtube
Κυριακή
5
Ιουλίου
Αθανασίου του εν Άθω, Λαμπαδού, Κυπριανού