http://www.mporos.gr/neoxori

Το χωριό μας PDF Εκτύπωση E-mail
Γράφει ο/η Στρατής Παντελέλης   
02.09.09

boros1.jpg Το χωριό σκαρφαλωμένο στη πλαγιά ανάμεσα στις ασημένιες ελιές απλωνόταν από τη μια μεριά, απ’ τ’ αριστερά βλέποντας, σε επάλληλα επίπεδα φτιάχνοντας τους δρόμους, σχεδόν παράλληλους και όλους χτιστούς στη ράχη, με μεγάλες, τεράστιες πεζούλες, με τέτοιο τρόπο που το επικλινές και επίπεδο να γίνεται κλιμακωτό.

Τα σπίτια όλα στη σειρά, άλλο μεγαλύτερο, άλλο μικρότερο, όλα κολλητά το ένα δίπλα στο άλλο, για να συντροφεύονται και να ζεσταίνονται, δίπατα όλα ή και μερικά τρίπατα ακόμα, πολλές φορές με κοινό τοίχο—μεσοτοιχία το έλεγαν—και πέτρινα.

Οι χτίστες , όλοι τους μάστοροι από πατέρα σε γιο, έβαζαν όλη τη μαστοριά και το μεράκι στη σκληρή σιδερόπετρα στις γωνιές και τα γεμίσματα.

Το μόνο υλικό που μπορούσαν άνετα να δουλέψουν, η πέτρα και το χώμα, έδωσε μορφή και ζωή σε τούτο το ξερότοπο τον άγονο, το βράχο, που σε μεριές μεριές θέριευε αν τύχαινε και έβγαινε στο φως και στην επιφάνεια. Τεράστιοι όγκοι από μάρμαρο γκριζωπό σκέπαζε είτε την κορυφή της πλαγιάς είτε έπιανε μια μεγάλη σε έκταση επιφάνεια και άσπριζε από μακριά ακόμα και τα βράδυα. Έτσι οι χωριανοί οριοθετούσαν τον τόπο δίνοντας ονόματα στα μαρμάρινα αυτά σύνολα και γέμιζαν με θρύλους και παράξενα κατορθώματα τα παραμύθια που έλεγαν στα εγγόνια τους πως τάχα συνέβαιναν σ’ αυτά τα περισσότερα σ’ αυτούς τους όγκους της πέτρας. Τί σπηλιές και τί πηγάδια βρίσκονταν σ’ αυτά τα ‘’μάρμαρα’’, όπως τα έλεγαν τις περισσότερες φορές συνεκδοχικά. Τί παράξενα όντα δεν ζούσαν εκεί, παράξενα και υπερφυσικά γίνονταν στα χείλη του παππού που προσπαθούσε να εντυπωσιάσει τον εγγονό, να τον ξεσηκώσει και να του κεντρίσει το ενδιαφέρον για αναζήτηση και έρευνα.

Η πέτρα, το χώμα και το ξύλο. Το τελευταίο, άφθονο στη φύση υλικό, ζούσε κι αυτό μαζί με όλα τ’ άλλα, όλα τα όνειρα, όλα τα πάθια και τις μικροχαρές του σπιτιού, της οικογένειας. Σαν παραθυρόφυλλο ή σαν πόρτα, άνοιγμα στη θαλπωρή και τη ζέστη του σπιτιού. Σαν πάτωμα, που υπομονετικά άντεξε τόσες γενιές να το πατούν, αλλά και να το φροντίζουν ντύνοντάς το με υφαντά και κουρελούδες, με διάφορα χρώματα, πράσινα, γκρίζα, κόκκινα και ανοιχτόχρωμα σε γιορταστικά και πασίμαντα γεγονότα Όλα τα ξύλινα του σπιτιού από ντόπιο ξύλο, δέντρα αιωνόβια και μη πρόσφεραν με απλωχεριά και χωρίς ανταπόδοση. Πεύκα σκουροπράσινα με κιτρινωπό ζεστό ξύλο έδιναν το περισσότερο υλικό. Λεύκα πανύψηλα και λικνιστά στο απλό φύσημα του αγέρα, θυσιάζονταν για τον αφέντη τους άνθρωπο,έπεφταν κάτω περήφανα όπως περήφανα έζησαν και μεγάλωσαν, έδιναν και αυτά το κατάλευκο και γιαλιστερό ξύλο για άλλες χρήσεις μέσα στο σπίτι.

Μερακλήδες μαστόροι του ξύλου, οι ντουλογέρηδες, έβαζαν τέτοια τέχνη και μαστοριά στο ξύλινο κατασκεύασμά τους, που μόλις τελείωναν κάθε λεπτομέρειά του το χάιδευαν με στοργή και προσπαθούσαν να του δώσουν ζωή, σαν το μυθικό μάστορα του Πινόκιο. Έτσι και τούτοι , όλα τα έφταχναν για να τους δώσουν ζωή, γιατί έπαιρναν πραγματικά τη ζωή μέσα τους, εκεί στο οποιοδήποτε μέρος του σπιτιού το έταζαν να υπηρετήσει. Πόσες φορές δεν μίλησαν μαζί τους οι νοικοκυραίοι σε στιγμές χαράς, ευθυμίας, κεφιού, δεν τραγούδησαν για την πόρτα της αγαπημένης τους, για το παράθυρο που ήθελαν ν’ ανοίξει για να της μιλήσουν,για το μπαλκόνι, που επίμονα έμενε κλειστό και δεν άνοιγε σε τυχόν πείσματα των δυο ερωτευμένων.

boros4.jpgΣυμπληρώνοντας την εμφάνιση των σπιτιών δεν μπορούμε να μην δώσουμε και την πρέπουσα τιμή στο σκουροκόκκινο κεραμίδι σ’ όλα γενικά τα χτίσματα. Η στέγη του σπιτιού, πέρα από την πρακτική να διώχνει τα νερά και να εξασφαλίζει άνεση στη σπιτική ζωή, ήταν και από αισθητικής πλευράς η κατάλληλη, γιατί το επικλινές επίπεδό της έδινε ένα όμορφο σκουφάκι, κοκκινωπό σκούρο στο κάθε σπιτόπουλο και ανάλογα ξεχώριζε λίγο από το διπλανό του στο χρώμα του χρόνου, πιο ανοιχτό, αν τύχαινε να είναι περισσότερο φροντισμένο, πιο σκούρο αν τύχαινε, περιστάσεις διάφορες, να άφηναν το σκέπασμά του αφρόντιστο, χωρίς καμμιά μετακίνηση, πολλές φορές χορταριασμένο από τις υγρασίες και την οποιαδήποτε εγκατάλειψη.

Έτσι λοιπόν φαίνονταν όλα από την απέναντι πλαγιά, γιατί πρέπει και τούτο να το πούμε, πλαγιές και ραχούλες είναι ολόκληρη σχεδόν, τί λέω σχεδόν, όλη η έκταση του χωριού. Δεν υπάρχει κάμπος πουθενά ούτε για δείγμα. Και στα μέρη που βάζανε λίγα ζαρζαβατικά για το σπίτι και την οικογένεια, όχι τίποτα εμπόρια και τέτοια, και αυτά τα μέρη τα διαμόρφωναν με τη μορφή πεζούλας. Ανοίγονταν τεράστια θεμέλια μέρες να σκάβουν για να μην κυλήσει το σέτι, η πεζούλα, γιατί και σέτια τα έλεγαν, το έχτιζαν με άσπρη και σκούρα πέτρα, κουβαλημένη κι αυτή απ’ το διπλανό νταμάρι, ξερολιθιά χωρίς ενδιάμεσο υλικό και μόλις το μπάζωναν για να γεμίσει το έσκαβαν από την πάνω μεριά, ώστε το επικλινές έδαφος να πέφτει όλο μέσα, χώμα μαύρο και καστανόμαυρο, πλούσιο, εύφορο κατάλληλο για φύτεμα και ζωογόνο. Τούτη η δουλειά, ήταν κι αυτή δύσκολη, επίπονη αλλά αποτελεσματική. Λέγεται ‘’ακταρμάς’’ και σημαίνει αυτό το ανακάτωμα στο χώμα, στο υλικό της πλαγιάς του εδάφους, που καλύπτει μετά την τεράστια πεζούλα. Τότε νάσου και παρουσιάζεται μια επίπεδη επιφάνεια στο μέρος που κάποτε ήταν πλευρό και οι περαστικοί αργότερα τρίβουν τα μάτια τους από θαυμασμό και περηφάνεια για τους άξιους μαστόρους που τό’ φτιαξαν, εργάτες,χτίστες,μιναδόροι, πετράδες, αγωγιάτεςκαι σκαφτιάδες, όλοι αυτοί οι συντελεστές χρειάστηκαν να βάλουν το χέρι τους ,τον ιδρώτα τους, το μεράκι τους και την τέχνη τους. Σήμερα θαυμάζουμε αυτά τα έργα και απορούμε με το σθένος αυτών των ανθρώπων να τιθασεύσουν και να διαμορφώσουν το χώρο προς όφελός τους.

Η μια πλευρά του χωριού φαίνεται πιο μεγάλη και έχει τα περισσότερα σπίτια, ενώ προς την δεξιά μεριά παρουσιάζει μια στενότητα χώρου, ένας λαιμός οδηγεί προς τα πάνω και απλώνονται από κει και πέρα αρκετά σπίτια. Δυο δρόμοι , ένας απάνω και ένας κάτω οδηγούν στο έβγα του χωριού και πλαισιώνονται με σπίτια, σχεδόν και στις δυο μεριές αραδιαστά. Τούτο διότι, σ’ αυτό το ανάμεσο υπάρχει ένα πετρώδες και δύσβατο μέρος που δεν ευνόησε την δημιουργία κι εκεί σπιτιών, μια και η κατασκευή τους είχε κόστος, δυσκολία σ’ όλα , στο θεμέλιο και στο χτίσιμο. Αφού και μερικά, που ποιός ξέρει γιατί και πώς φτιάχτηκαν εκεί, δηλ. πάνω στο πετρώδες έδαφος. Μοιάζουν σαν καραούλια- φύλακες που βιγλίζουν τη ρεματιά, σκαλωμένα λες και κάποια στιγμή θα γκρεμιστούν και θα τσακιστούν στο βάραθρο του γκρεμού κάτω.

Όμως και τούτο, χρόνια τώρα , δεν έγινε ούτε και θα γίνει. Αυτό οφείλεται, πρέπει πάλι να το τονίσουμε, σ’ αυτή την αξεπέραστη μαστοριά και την τέχνη των ανθρώπων που τα έφτιαξαν. Ακόμα και τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια εγκατάλειψης κια τόσα χρόνια που έμειναν ακατοίκητα, εξακολουθούν να επιμένουν στη φθορά του χρόνου, μένουν όρθια- για πόσο όμως- σαν να περιμένουν να ξαναρθούν οι μέρες της δόξας, της ζωής και της φροντίδας. Όμως άδικα περιμένουν, αλοίμονο!. Η εγκατάλειψη ήρθε μόνη της, η αφροντισιά ακολούθησε, οι νοικοκυραίοι έφυγαν, χάθηκαν, ή μένουν αλλού και δε νοιάζονται πια για τη γωνιά που τους ζέστανε, για το μέρος που τους κούνησε η κούνια εκεί δίπλα στο παραγώνι και την πόρτα.

Από απέναντι αν το δεις το χωριό, έχει όπως είπαμε στενόμακρο σχήμα και στο κέντρο περίπου προς τα δεξιά, στο στένωμα του λαιμού, εκεί ακριβώς ένας τεράστιος όγκος ασπριδερός και μεγαλοπρεπής φαντάζει με απλωμένη τρίδιπλη σκεπή, κατακόκκινη και λαμπερή. Είναι η εκκλησιά μας, τόπος ιερός και μυστηριώδης για όλους τους ανθρώπους, απλούς ,γραμματισμένους και αδιάφορους. Μόλις περάσουν από μπροστά της όλοι σταυροκοπιούνται ευλαβικά, άλλοι από συνήθεια ίσως, άλλοι και οι περισσότεροι από πεποίθηση και σεβασμό στην ιερότητα του χώρου, αλλά και προσδοκία και ελπίδα για κάτι αναμενώμενο που καρτερούν να πραγματοποιηθεί.

Έχει μια παραδεισένια εξωτερικά μορφή με πρασινάδες που την περικυκλώνουν ασφυκτικά. Τεράστιες καρυδιές, λεύκα και άλλα οπωροφόρα. Στην κάτω μεριά απλώνονται, τί απλώνονται, σκαρφαλώνουν τα πεζούλια κλιμακωτά και φτιάχνουν τα περιβόλια με νερά, δροσιές και κάθε λογής δεντρικά. Είναι το πιο ζωντανό σε φυτική παραγωγή μέρος του χωριού. Κλιμακωτά κατεβαίνεις έτσι μέχρι κάτω τον ποταμό, άλλη πηγή ζωής και τούτο το στοιχειό.

Στο κέντρο όμως του χωριού και στην κυριολεξία, δεσπόζει αγέρωχος, πράσινος όγκος, ένας γιγάντιος πλάτανος με τις ρίζες του να ακολουθούν τις πηγές και τα ριζά του χωριού, γεμάτα νερά στα πέτρινα θεμέλια, όπως τα κανόνισαν οι μαστόροι, πριν εκατοντάδες και βάλε χρόνια, τότε που φύτεψαν τον πλάτανο και έχτισαν τις πρώτες ‘’καντούνες’’ όπως είπαν στην αρχή τα πρόχειρα κτίσματα, που τους στέγασαν και τους προφύλαξαν απ’ τα στοιχεία της φύσης. Τότε που φύτεψαν τον πλάτανο, είπα και είναι λάθος. Την καρυδιά ήθελα να πω, γιατί καρυδιά φύτεψαν και έβαλαν πάσαλο τον πλάτανο για να στηρίζει το φυντάνι από τον αέρα μην πέσει και ξεριζωθεί. Αλλά βλέπετε, η φύση κανονίζει όπως αυτή ξέρει πολλά γεγονότα, τα οποία εξηγούνται ή φαίνονται από μας ή τυχαία ή κανονισμένα από μόνα τους. Η μεγάλη πηγή του νερού, σήμερα βρυσομάννα, άφθονη και δροσερή, η μεγάλη λοιπόν ποσότητα νερού, η υγρασία του εδάφους, ίσως σάπισε τη μικρή φυντάνα καρυδιά, ή αλλιώς πως δεν προόδευσε και στο περιβάλλον αυτό, το δροσερό και υγρό, το πλούσιο σε συστατικά κατάλληλα, έκαναν και βλάστησε ο πάσαλος που θα ήταν βέβαια χλωρός και μετά ένα χρόνο παρουσιάστηκε με φύλλα και βλαστάρια. Τότε όλοι συμφώνησαν, καλύτερα ο πλάτανος για μεγαλύτερη και πιο πλούσια σκιά. Και έμεινε Αυτή είναι η πιο πιθανή εκδοχή του πώς φυτεύτηκε ο πλάτανος, όπως αναφέρει η προφορική παράδοση. Μέχρι και πλάτανο μερικοί λένε πως λέγεται το χωριό μας, -αυτό λίγο παρατραβηγμένο-αλλά όχι και απίθανο.

Το στοιχειό του χωριού, ο πλάτανος. Να σκεπάζει σαν τεράστιος αετός με τις φτερούγες του όλο σχεδόν το κέντρο του χωριού, να απλώνει τα κλαδιά του πάνω από τις στέγες, να τις γεμίζει φύλλα και μηλαράκια, ευτυχώς που αυτά διαλύονται και σπάζουν και μαζί με τα φύλλα τα ταξιδεύει ο άνεμος πέρα μακριά, δίνοντας και αλλού ζωή είτε με τα συστατικά που έχουν σαν φύλλωμα—χλωρά λίπανση λέγεται το φαινόμενο—είτε σαν σπόρος κατάλληλα διαμορφωμένος να πετά με τη φουντωτή σαν θύσανος ουρά του για φύτρο και ξαναζωντάνεμα δέντρου.

Ο πλάτανος, που τις κρύες νύχτες του χειμώνα, στο δυνατό άνεμο να αντιστέκεται, να συγκλονίζει και να συνταράζει συνθέμελα το χωριό Λες και από στιγμή σε στιγμή θα ξεκολήσουν οι ρίζες του και θα πάρουν μαζί τους τα πέτρινα θεμέλια του χωριού, τα ριζά του και αγκαλιστά στους απλωτούς κλώνους του, σαν ένας γιγάντιος Κύκλωπας, και τα σπιτόπουλα που βρίσκονται στη σκιά του, με τα κόκκινα σκουφάκια, θα τα πάρει κι αυτά, γιατί δεν θα μπορεί πια να ζήσει χωρίς αυτά.

Οι χωριανοί , μόλις βρυχάται το θεριό το χειμώνα, κόντρα στον άνεμο, στο φύσημα και στο βουητό που σηκώνουν τα κλωνάρια του, χώνονται στα σκεπάσματά τους. Δεν ξέρουν αν αυτό είναι φόβος ή ελπίδα για κάτι καινούριο. Ξέρουν όμως, πως αν πρόκειται να φύγει, να ξεριζωθεί το στοιχειό, θα προτιμούσαν να τους πάρει αγκαλιαστά μαζί του, τίποτα δεν θα καταλάβουν, απλά θα ταξιδέψουν για λίγο στους αιθέρες και κάπου θα ξαναριζώσουν, έτσι απλά, θα ξυπνήσουν το πρωί, και θα είναι πάλι κάτω από τις προστατευτικές κλωνάρες – φτερούγες του θηρίου τους. Το θεωρούν δικό τους θηρίο και περηφανεύονται γι’ αυτό. Θα βγούν νυσταγμένοι και θα προσαρμοστούν στο καινούριο περιβάλλον, θα χτίσουν τα περβόλια τους, το νερό θα είναι εξασφαλισμένο, γιατί αυτό το κανόνισε η ρίζα του πλάτανου που τη ζήτησε και τη βρήκε εκεί. Δίπλα θα βάλλουν την εκκλησία και τα άλλα χρειαζούμενα. Πάντως είναι σίγουρο πως δεν θέλουν με κανένα τρόπο να τον αποχωριστούν, αυτό είναι το μόνο βέβαιο.

Όπως τα βλέπεις από μακριά έτσι αμφιθεατρικά απλωμένα όλα τα σπίτια με τα δυο τους εκφραστικά μάτια το καθένα, πράσινα, γαλάζια ή καστανά στη θέση των παραθυριών και με τα κόκκινα σκούρα ή ανοιχτά σκουφάκια τους, η κάθε μια στέγη, μπορείς άνετα να τα μετρήσεις, να τα διακρίνεις καθαρά όλα, όλα μόλις ανοίξουν τα μάτια τους την αυγή λουσμένα στο ζωογόνο φως του ήλιου. Μόλις ο άρχοντας αυτός του κόσμου, ο παράξενος αυτός ζωοδότης, ο ήλιος, μόλις τους ρίξει τις πρώτες του ακτίνες, τα σπιτόπουλα ξετινάζονται από την αυγινή υγρασία, ανοίγουν αγουροξυπνημένα τα βλέφαρά τους και γεμίζουν τον τόπο ζωή παντού πέρα δώθε.

Γύρω γύρω περικυκλωμένο από τις ασημόχρωμες ελιές, ευλογημένες απ’ τον ίδιο το Δημιουργό, ο οποίος με κάθε τρόπο και πάντα έδειχνε αυτή του την προτίμηση. Στο ξαναφτιάξιμο του κόσμου με ελιά ξεκίνησε. Έδωσε το σημάδι της ζωής στο ράμφος του περιστεριού κάποτε τότε στον πρώτο χαλασμό του κόσμου. Η ευλογία της συνεχίζεται και πιο πέρα, όταν κρατά στη ζωή όλους τους πεινασμένους του κόσμου, μόλις και αγγίξουν το ευλογημένο λάδι, σαν απλή τροφή συνοδευτικό με κάθε τι άλλο τροφικό κατασκεύασμα βρεθεί στη φύση. Η οποιαδήποτε σύνθεση με λάδι τελειοποιεί και ολοκληρώνει τη θρέψη. Αλοίμονο, φορές που έφυγε το βλέμμα του Θεού από πάνω μας και χάθηκε η επαφή του ανθρώπου με τροφές, -οι αιτίες και οι λόγοι διάφοροι-, μόνο όσοι αποζήτησαν την προστασία τους στην ελιά και το λάδι έζησαν, ενώ μυριάδες άλλοι που τη στερήθηκαν, χωρίς να φταίνε οι ίδιοι, τους εγκατέλειψε η ζωή βίαια και σε χρόνο απρόοπτο, που δεν περίμεναν. Πολλοί λυπήθηκαν για τη ζωή που χάνεται τόσο γρήγορα και βίαια, επειδή η πείνα, ο λιμός, στοιχείο οργανικό η έλλειψη τροφής, δεν τους ευνόησε και δεν τους λυπήθηκε.

Ο καρπός της ελιάς, αυτό το γιαλιστερό χαντράκι, το στρογγυλό και μαργιόλικο, το μαγικό, με μια δύναμη απροσδιόριστη μόλις ωριμάσει σε καλεί, σε φωνάζει να πας κοντά του, σε μαγεύει με χίλια μύρια μάγια και τερτίπια, σκιρτήματα στο κλωνάρι που τρεμοπαίζει στο πρώτο ελαφρύ αεράκι και σου μιλά από μέσα του. Εσύ ακούς, αφουγκράζεσαι αποχαυνωμένος τη ζωή που κρύβει μέσα του, στο καρπό και το κουκούτσι. Σου μιλά πώς έγινε αυτό το θαύμα και βγήκε αυτό στο φως, στον αέρα, στον ήλιο και στη ζωή. Πήρε ζωή κάποτε από ένα τόσο δα μικρό ίχνος σκόνης, μεγάλωσε, ανδρώθηκε, στρογγύλεψε, ομόρφηνε, πήρε χρώμα πράσινο την ελπίδα, ροδοκοκκίνησε από ντροπή μόλις ερωτεύτηκε, για να ωριμάσει αργότερα ντυμένη στα μπλάβα βελουδένια και σοβαρά. Κρεμάστηκε στο κλωνάρι της μάννας ελιάς, λικνίστηκε στο πρώτο φύσημα του αγέρα, έπαιξε μαζί του, δίπλα έκατσε κι ένα σκουροκίτρινο πουλί, κουβέντιασε μαζί του, αυτό τραγούδησε ερωτικά τα σκιρτήματα που ένοιωσε μόλις πήρε είδηση πως στο διπλανό κλαδί βρίσκεται άλλο τέτοιο πουλί, ασφαλώς το ταίρι του. Πέρασε ο καιρός, το πράσινο χαντράκι κατάλαβε τη ζωή μέσα του, οι χυμοί του κυκλοφόρησαν παράξενα, μαλάκωσε το σώμα του, πήρε χρώμα προς το ροδοκόκκινο και απαλά απαλά στο σκούρο μαύρο, το τελικό. Και τότε ο αγέρας έγινε ψυχρός, τα πουλιά οι φίλοι του, έφυγαν, μά ήρθαν κάτι άλλα και το κοιτάζουν παράξενα, μαύρα, κατάμαυρα και καστανά. Αυτά τα βλέπει καχύποπτα, δεν είναι φίλοι του. Αυτά δεν το κουβεντιάζουν. Αυτά το παραμονεύουν, πότε θα κοιμηθεί, πότε θα έρθει η ώρα να χαλαρώσει λίγο και τότε, ‘’άπ !’’ το μαύρο πουλί, σαν χάρος θα το καταπιεί το μαυρούλικο γιαλιστερό χαντράκι και θα χαθεί για πάντα. Ευτυχώς όμως για όλους, αυτό το μαριόλικο γιαλιστερό χαντράκι δεν είναι το μοναδικό, γιατί τότε αλοίμονο, πώς θα συνεχιστεί η ζωή. Η ζωή είναι μέσα του, υπάρχει, κινείται, ζωντανεύει. Και κάποτε με άλλη μορφή, ξαναβγαίνει πάλι ζωογόνος, ρευστός πολτός, χρυσός ανεκτίμητος ουσιαστικά και στην κυριολεξία.

Είπα χρυσός και συμπληρώνω, λαμπερός πλούτος, ευλογημένος, το λάδι. Το λάδι για τον άνθρωπο, το λάδι για το Θεό και τον μυστηριακό κόσμο της ζωής. Το παράξενο αυτό υγρό, που πήρε τη ζωή από τη χιλιοχρονίτισσα μάννα ελιά και τη δίνει με απλοχεριά στα παιδιά της, τους ανθρώπους γιατί οι άνθρωποι είναι τα παιδιά της αιωνόβιας αυτής ροζιασμένης μάννας. Είναι η αθάνατη αυτή μάννα, που δεν πεθαίνει, δεν χάνεται ποτέ. Απλώς ζητά από τα παιδιά της φροντίδα και προστασία αλλιώτικη. Ζητά να την καλωπίζουν και να ενδιαφέρονται γι’ αυτήν. Και τότε και αυτή σε ανταπόδοση τους χαρίζει τη ζωή με τον δικό της τρόπο.

Τέτοια ζωή περιβάλλει το χωριό, με χαρακώματα, οχυρά γεμάτα ζωή. Χιλιάδες ρίζες γύρω αναδίνουν ζωή και ζωντάνεια. Το χειμώνα , μέσα στη δυσκολία της φύσης μέσα στο γενικό καταλάγιασμα, μέσα στη παγωνιλα και το χιόνι μαζεύουν όλοι τον καρπό και τον μετατρέπουν σε ζωή, σε αναπνοή. Μ’ αυτό τον τρόπο όλο το χωριό αναπνέει, ζει και υπάρχει.

Στο έμπα του χωριού ένα άλλο μεγάλο κτίσμα φαίνεται από απέναντι παράξενο. Έχει σχήμα και έκταση διαφορετική από τα άλλα. Μια πλατειά σκουρόχρωμη στέγη σκεπάζει τους χοντρούς πέτρινους τοίχους από όλες τις μεριές. Ανοίγματα από παντού για φως και αέρα. Τεράστια παράθυρα χωρίς παντζούρια μόνο σιδεριές και τζάμια. Ανοίγματα επίπεδα υπάρχουν ακόμα και στη στέγη με αντίστοιχες σιδεριές και τζάμια για περισσότερο φως στο εσωτερικό. Είναι το λιοτρίβι μας, το βιομηχανικό συγκρότημα επεξεργασίας της ελιάς, ιδιωτικό αυτό, ενώ πιο κάτω, έξω από το χωριό, υπάρχει και δεύτερο εργοστάσιο , συνεταιριστικό αυτό, αποτέλεσμα και δείγμα της συλλογικής δραστηριότητας αξιόλογων και προοδευτικών ανθρώπων του χωριού μας. Στην Απάνω Μηχανή, έτσι συνηθίσαμε να λέμε το εργοστάσιο μέσα στο χωριό, δίπλα στο κεντρικό κτίσμα στέκει όρθιος, ακίνητος φρουρός, πανύψηλος και μεγαλοπρεπής, με περισσή περηφάνει διαφεντεύει τον τόπο ο φουγάρος. Αψηλός πολύ, φτάνει να ξεπερνά τρείς φορές τ’ αψήλου ολόκληρο το κεντρικό κτίσμα. Και το χειμώνα από τη μαυριδερή κορυφή του να βγαίνει ο παράξενος γκριζόμαυρος αγέρας, ο καπνός. Βγαίνει νωχελικά χωρίς φούρια, με συντονισμένο ρυθμό και αργή πάρα πολύ αργή ταχύτητα και ταξιδεύει πέρα μακριά, τον παρασέρνει το αγεράκι της λαγκαδιάς, ανάλογα τον καιρό, βοριάς προς τα κάτω, νοτιάς προς τα πάνω και μέσα στο κανάλι της ρεματιάς.

Το συγκρότημα συμπληρώνουν οι απλωτές πλαϊνές αποθήκες του καρπού της ελιάς και του λαδιού. Αυτές είναι πέτρινα κατασκευάσματα, χαμηλά με ξύλινη πρόσοψη και καταλαμβάνουν μεγάλη έκταση σε βάθος και πλάτος. Οι ‘’μπατές’’ , έτσι λέγονται οι αποθήκες για τις ελιές και το λαδομάγαζο με τα κιούπια και τις στέρνες για το ευλογημένο λάδι.

Το εργοστάσιο, όπως φαίνεται απ’ έξω ογκώδες και μεγαλόπρεπο, έτσι απλόχωρο και αχανές παρουσιάζεται και μέσα. Μια απλωτή μονοκόμματη αίθουσα που γύρω γύρω έχουν τοποθετηθεί εργονομικά τα μηχανήματα. Η τεχνική περασμένων εποχών, δυναμικές και βαρειές κατασκευές. Η Μηχανή. Έτσι λένε οι περισσότεροι ολόκληρο το εργοστάσιο. Στη μιαν άκρη μέσα σε τεράστια χοάνη γυρίζουν οι πέτρες, στρογγυλές, κυλινδρικές περιστρέφονται ακούραστες, γύρω γύρω και στον άξονά τους και συνθλίβουν τον ευλογημένο καρπό. Τα ‘’Βόλια’’,έτσι τα λέμε και έτσι τα ξέρουν όλοι. Για να γυρίσουν όλα τούτα τα μηχανήματα, χρησιμοποιείται μια τεράστια δύναμη, ένας γίγαντας με ατσαλένιους βραχίονες, πάει κι έρχεται χωρίς σταματημό, μόλις το συγκρότημα δουλέψει. Η αρχική δουλειά ξεκινά από το μεγάλο καζάνι, που το ζεσταίνουν μεγάλες ποσότητες ξύλου και δημιουργείται ο ατμός, η δύναμη αυτή που ούτε φαίνεται ούτε μπορεί κανείς να την υπολογίσει. Μόνο, μόλις τον περιορίσεις, τον φυλακίσεις σε στενωσιές και κλεισούρες, τότε σαν αφηνιασμένο άλογο ξεφυσά, θυμώνει, αφρίζει και ξεπετά φλόγες και αέρα ζεστό και πυρωμένο. Αυτή η δύναμη μεταφέρεται με κατάλληλους μηχανισμούς στον τεράστιο, ίσαμε τρία μπόγια, τροχό και από κει με λουριά-ιμάντες σ’ όλες τις μηχανές που χρειάζονται κίνηση. Οι αντλίες, τα πιεστήρια. Οι αντλίες για να μεταφέρουν το νερό, την πρώτη ύλη και συνάμα την κινητήρια δύναμη και τα πιεστήρια-μπασκιά, για να πιέσουν , να σφίξουν και να στραγγίξουν τον πολτό της ελιάς και να βγει το χρυσαφένιο λάδι.

Σ’ αυτό το λιοτρίβι, πόσες ψυχές αμέτρητες δεν δεινοπάθησαν; Ακούραστοι άνδρες και παλληκάρια αμούστακα, με το χνούδι στο μάγουλο, έδωσαν την πρώτη δύναμη του μπράτσου τους εδώ. Κατανάλωσαν την πρώτη ικμάδα,λούστηκαν στον ιδρώτα, και μέσα από αυτή ανδρώθηκαν και φάνηκαν άξιοι δουλευτάδες, δίπλα σ’ αυτά τα ατσάλινα μπράτσα των μηχανών. Πόσα ίσα και μάινα, προστάγματα υπολογισμένα για το κουμάντο των μηχανών. Γιατί μπορεί τούτα τα σιδερένια τέρατα να κάνουν με κυκλώπεια δύναμη το κάθε τι, αλλά χωρίς τη ψυχή και το μυαλό του απλοϊκού ανθρώπου-μάστορα, δουλεμένου και έμπειρου άνδρα σ’ αυτά, είναι άχρηστες σιδεριές, μεθυσμένοι γίγαντες, κοιμισμένοι δράκοι του παραμυθιού.Τα μάτια του μαστορόπουλου δίπλα, με τη μπουκιά στο στόμα, το φαγητό στα πόδια του το τρώει, βλέπει και παρακολουθεί με αετίσιο βλέμμα το αγκομαχητό της πρέσσας μέχρι το σημάδι, που αυτός ξέρει ποιό είναι και με το αυτί τσίτα, γροικά να το ξεχωρίσει ανάμεσα από τον πανζουρλισμό και το θόρυβο τόσων μηχανημάτων. Τότε πηδά με λαφροπατήματα και σιγουριά στις κινήσεις του και απαγκιστρώνει το έμβολο της μηχανής για να ακινητοποιήσει το σύστημα της πρέσας του ατμού, να το κατεβάσει για το ξεφόρτωμα. Όλα τούτα χρειάζονται πιδεξιοσύνη και η επιλογή στη κάθε δουλειά γίνεται με προσοχή και σχολαστικότητα. Το παραμικρό λάθος, μιας τρίχας μετακίνηση προς τα πάνω ή προς τα κάτω για όλο το συγκρότημα η ζημιά θα είναι ανεπανόρθωτη, αν δεν καταλήξει και σε ατύχημα ή τραγωδία.

Τούτο είναι το χωριό μας.Λαδοχώρι θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε Μεγάλη η περιφέρειά του, μεγάλη και η παραγωγή λαδιού Περασμένα μεγαλεία! !

Στην περιοχή έξω στα κτήματα οδηγούν τέσσερις δρόμοι, μεγάλοι, ικανοποιητικοί και βατοί με ζώα και φορτίο, ή ακόμα στους δυο στο έμπα αριστερά και στο έβγα δεξιά, μπορούσε να κινηθεί και ζευγάρι-βοδόκαρο, μικρό βέβαια για κάποια μεγάλη ανάγκη. Οπως τότε για παράδειγμα, που χρειάστηκε να μεταφερθεί τεράστιος ογκόλιθος από μακρινό νταμάρι—λατόμι το έλεγαν—για μαρμάρινες κατασκευές σε εκκλησία της Παναγίας—μεγάλη η χάρη της—στο διπλανό κεφαλοχώρι. Καθώς αναφέρουν προφορικές παραδόσεις, πολλά από τα μάρμαρά της μεταφέρθηκαν απ’ αυτό το λατόμι.

Βαθειά, χωμένα μέσα στη γη, μονόλιθοι ογκώδεις με όσα μέσα είχε στη διάθεσή του ο άνθρωπος την εποχή εκείνη, βγήκαν προσεχτικά, με λοστούς και φουρνέλα, με ξύλο μπηγμένο στις χαραμάδες του και στη συνέχεια ποτιζόμενο με νερό για πολλές μέρες, με επιμονή και υπομονή, έφτανε στιγμή να σκίζει, αυτό το σκληρό και γκριζωπό μάρμαρο, σαν χαλβαδόπετρα στις διαστάσεις που ήθελε ο μάστορας. Μετά πάλι με σκαρπέλα και σφήνες , με χτένες και πελεκάνες της πέτρας, να το πελεκούν να του δώσουν τις επίπεδες επιφάνειες, με γωνίες και ακμές. Και όταν έπαιρνε τη μορφή τετράεδρου παραλληλεπίπεδου, με το βοδόκαρο μεταφερόταν σε μεγάλες αποστάσεις να φθάσει στον προορισμό του.

Μ’ αυτούς τους δυο δρόμους εξυπηρετήθηκε χρόνια τώρα το χωριό. Από απέναντι φαίνονται καθαρά σε σχήμα χιαστό, με τις δυο κεραίες του αριστερά και δυο δεξιά αφού φυσικά διασχίσουν εγκάρσια το κέντρο του χωριού. Αχ αυτοί οι δρόμοι, πόσα και πόσα βάσανα δεν κρύβουν, πόσα και πόσα δεν έπαθαν άνθρωποι απλοί και καλοσυνάτοι!Και πόσες χαρές δεν έφεραν πάλι στο χωριό αυτοί οι δρόμοι!

Μέσα σ’αυτό το καταπράσινο και ασημί πανδαιμόνιο που περιτριγυρίζει το χωριό, λίγο προς τα έξω και αριστερά, ένας δρόμος δίχαλος κι αυτός οδηγεί σε δυο άλλα κτίσματα, γεμάτα μυστήριο με πνευματική οντότητα. Το πάνω διακρίνεται πιο καθαρά μιας και είναι πιο καινούριο και πιο ανοιχτόχρωμο στους τοίχους. Είναι πέτρινο και σοβαντισμένο συγχρόνως. Η στέγη του με πλατύ κόκκινο κεραμίδι,τοποθετημένο με περισσότερη φροντίδα κι επιμέλεια, χωρίς πέτρες και σκουροπράσινα χόρτα. Είναι το σχολείο μας. Εκεί που όλοι μας μάθαμε να γράφουμε, να διαβάζουμε και να μιλούμε. Πολλοί συνεχίσαμε τις σπουδές μας και παραπέρα σε άλλα μεγάλα σχολειά, αλλά ποτέ δεν ξεχάσαμε τα πρώτα βήματά μας σ’ αυτό το σχολειό. Οι πιο παλιότεροι ίσως σε άλλο σχολειό-κτίριο, σημασία όμως έχει ότι όλοι κοπίασαν για να προσφέρουν στην κοινωνία και στον εαυτό τους. Δάσκαλοι, δικηγόροι, γιατροί, καθηγητές, μηχανικοί και άλλοι πολλοί τέτοιοι διανοούμενοι, από αυτό το ταπεινό χωριό ξεκίνησαν, πολλοί άξιοι και από τους καλύτερους στον τομέα τους.Το σχολείο τούτο είναι το πιο καινούριο κτίσμα ,έξω στην ησυχία και την ηρεμία που χρειάζεται κανείς για να ασχοληθεί σοβαρά με το πνεύμα. Το παλιό σχολειό ήταν στη θέση της κεντρικής εκκλησίας, που κι αυτή ξαναφτιάχτηκε όταν μεταφέρθηκε το σχολείο.

Στο κάτω κτίσμα, που οδηγεί το κάτω διχαλωτό μονοπάτι είναι γεμάτο μυστήριο και προκαλεί το δέος γιατί το έχουμε συνδέσει με το φοβερό μυστήριο του θανάτου. Πρέπει να είναι το πιο παλιό σε χρόνια και ιστορικό οικοδόμημα. Είναι το ησυχαστήριο, το νεκροταφείο. Μικρή χαμηλή εκκλησιά, χώρος μυστηρίου, ιερός και ευλαβικός ,και για το τελετουργικό του θανάτου και για το ανεξήγητο της ζωής και του θανάτου. Εκεί δίπλα αναπαύονται όλοι οι περαστικοί τούτου του κόσμου, όλοι οι μεγάλοι και οι μικροί, οι θαυμάσιοι και οι ασήμαντοι, οι απλοί και οι περισπούδαστοι. Χωνευτήρι λέγεται, πραγματικά τόπος που χωνεύει, τελειώνει, φέρνει την ύλη πάλι σε κείνη την άυλη σκόνη, όπως περίπου ήταν ή πιστεύουμε πως είναι τούτη η ζωή. Η κίνηση και η δράση που σταματά κάποτε και ακινητοποιεί τα πάντα, μετατρέπεται σε κάτι σαν αγερικό, ψυχή τη λένε ή πνοή ή ζωή. Αυτά ας τα ερμηνεύσουν άλλοι, ίσως , δεν ξέρουμε πότε και αν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε κι εμείς αυτά τα μυστηριώδη μυστήρια

Υπάρχουν κι άλλοι χώροι θαυμάσιοι και γραφικοί σ’ αυτό το χωριό που θα δούμε περνώντας από τον έναν στον άλλο, πότε παίζοντας, πότε γελώντας, πότε δουλεύοντας και πότε κάνοντας χίλια δυο πράγματα απλά μα σημαντικά, που οριοθετούν το χαρακτήρα και τον τύπο κάθε ανθρώπου.

Σ’ αυτό το χώρο θα κινηθούν τα πρόσωπά μας, μικροί, μεγάλοι, σημαντικοί και ασήμαντοι, με όλη την αφέλεια, το πνεύμα και την απλότητά τους και μ’ όλη την πανουργία τους, τον δόλο και την κακία τους μερικές φορές, γιατί όλα τούτα πάνε μαζί, είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε.

Ήτανε τότε και τα δύσκολα χρόνια. Ο κόσμος φοβισμένος, καχύποπτος, κοιτούσε πλάι του κι αλαφιαζόταν. Τα κακοπάθια του ήταν μεγάλα. Πού να τα θυμηθεί κανείς και πού να τα χωρέσει τούτο το χαρτί. Γι’ αυτά μίλησαν πολλοί. Γι’ αυτά είπαν πολλά. Ακόμα όμως δεν δόθηκαν οι πρέπουσες απαντήσεις σ’ όλα αυτά τα μεγάλα ερωτηματικά και στα πρώτα και στα ύστερα. Γιατί; Γιατί έπαθαν τόσα οι μισοί άνθρωποι από τους άλλους μισούς;Η γενιά αυτή, όλοι αυτοί οι κακόμοιροι που τους παραπλάνησε και τους αφιόνισε η ματαιοδοξία των πολλών και ο κούφιος εγωισμός των λίγων, σήμερα η γενιά αυτή μέρα με τη μέρα χάνεται, ένας ένας αποχωρεί από αυτό το στίβο και δεν νομίζω ότι δικαιώθηκε κανένας ούτε δόθηκε καμμιά δικαιολογία, καμμιά συγγνώμη, ούτε στους ίδιους όταν ζούσαν ούτε σε κανέναν από τους δικούς του μέχρι σήμερα. Και αναλογίζεται κανείς, προς τί ο αγώνας αυτός; Γιατί μόχθησαν και υπέφεραν τόσοι και και τόσοι; Γιατί;Γιατί τους χώρισαν στα δυο και τους ονομάτισαν, τούτοι είναι οι καλοί και τούτοι οι κακοί; Γιατί τους έδωσαν διαφορετικά ονόματα, αφού όλοι είχαν μάννα, πατέρα, παιδιά, γυναίκα και οικογένεια, καταγωγή και δικαιώματα;Ποιός κρατούσε το χρώμα και μπογιάτιζε τους μισούς με άλλη μπογιά και τους άλλους μισούς με άλλη;Αυτά είναι τα αναπάντητα ερωτήματα που παρά τα χρόνια που πέρασαν, δεν ξεχάστηκαν, ούτε πήραν απαντήσεις. Ίσως γι’ αυτά μιλήσουμε άλλη φορά, σε άλλες περιστάσεις.

Τώρα μας δίνεται η ευκαιρία να πούμε κάτι άλλα, απλά και γνώριμα. Αυτά που περνούσαν καθημερινά και σχεδόν απαρατήρητα, από το ξύπνημα μέχρι και τον τελευταίο ύπνο, απ’ την αυγή που φώτιζε το λαμπερό αστέρι, μέχρι και το τελευταίο σκοτάδι και το λιανοφέγγισμα του μισοφέγγαρου. Όσοι τα ζούσαν αυτά τα απλάπεριστατικά έδιναν ζωή και ελπίδα για το μέλλον. Αυτοί που τα ζούσαν αυτά, ήταν όλοι στης πρώτης ζωής τα βήματα και η ελπίδα για νέα καινούρια κατακτήματα παρουσιαζόταν καθημερινά σ’ αυτά Το κάθε γεγονός που αναφέρεται παρακάτω, αντικατοπτρίζει το μελλοντικό στοιχείο του πολιτισμού μας και όλα όσα σαν όνειρα και επιδιώξεις συνέβαιναν, προσπάθησαν να τα πραγματοποιήσουν σε άλλους καιρούς, σε άλλες εποχές.

Δύσκολοι καιροί και δύσκολα χρόνια. Όλα μόλις ξεκινούσαν. Σαν να άρχιζε ο κόσμος από την αρχή. Σαν να ξεκινούσε η ζωή από την αρχή. Τα κλειστά παραθυρόφυλλα μόλις άρχισαν να ανοίγουν το ένα φύλλο. Οι πόρτες άνοιγαν μια φορά την αυγή μόλις έφευγαν στα κλεφτά για τη δουλειά και παρέμειναν ερμητικά κλειστές όλη τη μέρα, ας είχε μέσα και ανθρώπουςκαι ξανάνοιγαν στο απόσπερο κλειδαμπάρωμα.ή ακόμα και το βαθύ σκοτάδι. Μουδιασμένη η ζωή έβγαινε σαν από καφούκι χελώνας και το περπάτημά της αργό, φοβισμένο και γεμάτο προφυλάξεις.

Όμως ήταν ζωή, κίνηση, φωνές, πανζουρλισμοί μερικές φορές, μόλις ξεχνιόντουσαν. Και η ζωή των μικρών παιδιών, διαφορετική, ξένοιαστη και χαρωπή. Δεν ήξεραν γιατί οι μεγάλοι ήταν αμίλητοι, βουβοί και μονόχνωτοι και μερικές φορές απότομοι και νευρικοί. Το γέλιο, εκδήλωση της ζωής, δεν το γνώρισαν.

Όλα , σαν τα νιογέννητα, άνοιγαν τώρα τα μάτια τους στη ζωή. Σαν το αυγό που έσπασε και βγήκε από μέσα η καινούρια ζωή. Τιτίβισε το μικρό πουλί, κινήθηκε, ζήτησε τη μάννα του να το ζεστάνει. Οι γονείς αμίλητοι το πήραν στα φτερά τους και τό’ χωσαν μέσα στη φωλιά, στα ζεστά πούπουλα. Έτσι και τώρα. Η ζωή φώναζε, κινήθηκε και γέλασε. Τα μικρά παιδιά ήταν αυτά που θα ξαναδώσουν σ’ αυτή τη ζωή την πρώτη ζωντάνεια και δράση. Θα φωνάξουν, θα γελάσουν, θα παίξουν, θα κουραστούν και θα κοιμηθούν και θα ξαναξυπνήσουν για να ζήσουν άλλη μια μέρα γεμάτη κίνηση και φως, ελπίδα και μέλλον. Και το πέτυχαν;


Τελευταία ανανέωση ( 31.10.09 )
 
< Προηγ.   Επόμ. >

Το περιοδικό μας

Κατεβάστε όλα τα τεύχη του περιοδικού

Παράθυρο στο χωριό

Hello, you either have JavaScript turned off or an old version of Macromedia's Flash Player. Get the latest flash player.

Facebook

Facebook

Youtube

Youtube
Κυριακή
5
Ιουλίου
Αθανασίου του εν Άθω, Λαμπαδού, Κυπριανού