http://www.mporos.gr/neoxori

Ανθίζανε και τότε οι κερασιές...(Χρονικό μιας εποχής) PDF Εκτύπωση E-mail
Γράφει ο/η Στρατής Παντελέλης   
29.08.09

Όλο το χωριό σηκώθηκε απ’ τα χαράματα. Τα μικρά παιδιά όλη νύχτα έμεναν άγρυπνα.Κάθε δυο ώρες σηκώνονταν και ρωτούσαν τη μάννα τους.

-Ξημέρωσε μάννα;

-¨Οχι ακόμα, κοιμήσου.

Ήταν πραγματικά μια ξεχωριστή μέρα για τους χωριανούς. Όλοι την περίμεναν με μεγάλη χαρά. Ο καθένας προσδοκούσε κάτι, ο καθένας περίμενε πολλά. Οι μεσόκοποι είχαν ετοιμάσει την καλή τη φορεσιά που φύλαγαν μέσα στο σεντούκι. Τα παπούτσια τους τα έβγαλαν από το σοφρά τον πάνινο που τα είχαν αποθηκεύσει για να μη σκονίζονται και τα γυάλισαν.Όλα στην τρίχα. Οι κοπελιές σιδέρωσαν το καλό τους φουστάνι, αρωμάτισαν και τον μαντηλόδεσμο και έπεσαν να κοιμηθούν. Ο ύπνος τις πήρε με το χαμόγελο στα χείλη.Σε λίγο το χαμόγελο πήρε ένα άλλο χρώμα. Ίσως το χρωμάτισε προς το καλύτερο κάποιο ευχάριστο όνειρο. Ήταν ευτυχισμένες. Αφ’ εσπέρας είχαν κανονίσει τις παρέες μαζί με τις άλλες. Ακόμα είχαν κάμει και δοκιμή-πρόβα τα τραγούδια που θα έλεγαν στο δρόμο. Γιατί ήταν μια μέρα χαρούμενη. Ήταν μια μέρα γεμάτη γέλιο και τραγούδι. Ήταν πανηγύρι. Και τί πανηγύρι! Ξεχωριστό για το χωριό. Τ’ Αγιού –Γιαννιού του Θεολόγου. Γιορτάζεται το Μάιο. Πολλές φορές πέφτει τις μέρες του Πάσχα. Είναι Λαμπριάτικο πανηγύρι. Η αγωνία των μικρών τελείωσε. Ξημέρωσε και όλο το χωριό βουίζει από τις φωνές. Ένας παράξενος θόρυβος. Ένας θόρυβος γεμάτος ονόματα, καλέσματα και προετοιμασία.

--Άιντε γρήγορα Μυρσίνη. Θα σε περιμένουμε στη γωνιά. Μην αργείς.

--Έρχομαι, δεν θα περιμένετε.

Ένα μελισσολόι ολόκληρο είχε ξεχυθεί μέσα στους δρόμους του χωριού. Και σιγά σιγά ολόκληρος αυτός ο πληθυσμός ανηφόριζε. Από την αντικρινή πλαγιά μπορούσες να ξεχωρίσεις ολόκληρη τη διαδρομή. Διαφορετικά χρώματα την έκαναν ευδιάκριτη. Γιατί σε μια στιγμή όλο το χωριό βρισκόταν στο ανηφορικό αυτό δρομάκι. Οι πεζοί υπερτερούσαν, αλλά δεν έλειπαν και τα υποζύγια. Ήταν χάρμα οφθαλμών να τα βλέπεις. Τα ζώα ολοκάθαρα με γυαλισμένη τρίχα. Τα σαμάρια και τα δερμάτινα εξαρτήματά τους έλαμπαν.Τα είχαν στείλει όλοι σχεδόν στο σαμαρά να τα βάψει και να τα γυαλίσει με λούστρο και μπογιά. Δεν θα πήγαιναν στη δουλειά. Θα πήγαιναν στο πανηγύρι και έπρεπε να είναι όμορφα. Και τα ζωντανά και τα εξαρτήματά τους. Τα χαϊμαλιά και οι χάντρες στόλιζαν τον τράχηλό τους και τα παρουσίαζαν ακόμα πιο καμαρωτά. Δεν χρειαζόταν όμως τέτοια εξωτερικά αντικείμενα και φτιασίδια για να φανεί η αξιοσύνη των ζωντανών.

Ήταν πραγματικά πολύ γερά ζώα. Και μερακλήδες οι νοικοκυραίοι του χωριού σ’αυτά. Αν ήταν να αγοράσουν ένα ζώο γινόταν ολόκληρη τελετή.

--Θα γίνει το παζάρι;

--Έ, να πιούμε κανένα και βλέπουμε.

Πραγματικά μέχρι να το ξανασκεφτούν το τραπέζι ήταν έτοιμο.Ούζο ντόπιο απ’ το Κεφαλοχώρι,φημισμένο για τη νοστιμιά και τη γεύση του. Είναι, λέει, απ’ το νερό. Δεν βγαίνει αλλού το ίδιο. Παντού βγάζουν ούζο, αλλά σαν αυτό δεν υπάρχει πουθενά. Όλα τα άλλα είναι γλυφά και τσιγκρά. Μόνο τούτο έχει μια μυρωδιά τόσο όμορφη και το σπουδαιότερο δεν μεθάει. Πίνεις και σηκώνεσαι το πρωί ακόμα πιο ευδιάθετος . Τα μεζεκλίκια είναι ντόπια με μια ξεχωριστή περιποίηση. Ο καφετζής τα κανόνισε έτσι που να υπάρχουν απ’ όλα. Απ’ τα ορεκτικά μέχρι της ώρας.

--Στην υγειά μας λοιπόν!

--Στην υγειά μας!

Οι ενδιαφερόμενοι κάθισαν δίπλα δίπλα για να τα κουβεντιάσουν. Μίλησαν αρκετή ώρα σιγά. Ο ένας δε σταματούσε να παινεύει το ζώο του.Ο άλλος πάλι έλεγε για τους δύσκολους καιρούς και για την ανέχεια του.Όμως χρειαζόταν το ζωντανό για τη δουλειά του. Ήταν γι’ αυτόν ανάγκη. Είπε ο ένας, είπε ο άλλος, μπήκαν στη μέση και άλλοι και στο τέλος έδωσαν τα χέρια. Η χειραψία σ’ αυτούς τους ανθρώπους ήταν συμβόλαιο. Δεν έμενε πια παρά μόνο η τελευταία ενέργεια, η πληρωμή. Έβγαλε ο ένας μέτρησε στον άλλον τα χρήματα και αυτός αφού χάιδεψε μ’ αυτά το πρόσωπό του σταυρωτά, του ευχήθηκε με αγαθή ψυχή.

--Καλορίζικο, να το χαίρεσαι!

--Σε καλή μεριά, του απάντησε ο άλλος.

Τέτοιες όμορφες δουλειές έκαναν οι άνθρωποι αυτοί, μεροκαματιάρηδες και μερακλήδες. Το γέλιο και η ευτυχία τους ακολουθούσε παντού. Και στη δουλειά και στη διασκέδαση.

Έτσι χαρούμενους όπως πάντα, τους βλέπουμε τώρα να ανηφορίζουν το στενό δρομάκι για το εκκλησάκι. Οι παρέες ήταν η μια διαφορετική από την άλλη. Τα μικρά παιδιά έτρεχαν και έπαιζαν με ξεφωνητά και φασαρία σε σημείο ενοχλητικό. Πιο πίσω πέντε κοπέλλες ανέβαιναν με αργό βηματισμό, χωρίς να τις νοιάζει ο ανήφορος. Αφού δεν τις κούραζε ούτε στο τραγούδι. Γιατί να ανεβαίνεις και να σιγοτραγουδάς είναι δύσκολο πράγμα. Όμως τα νιάτα δεν λογαριάζουν κούραση ούτε αφήνουν τη διασκέδασή τους, για μια μικρή και αψήφιστη γι’ αυτά οργανική ανωμαλία. Ακολουθούσαν δυο τρία γαϊδουράκια στολισμένα με πολύχρωμα χραμέλια από τις γριούλες που ανέβαιναν κι αυτές να κάνουν το τάμα τους.

Τους αγαπούσε τους χωριανούς ο Άγιος. Αλλά και αυτοί δεν τον άφηναν ποτέ απ’ τη φροντίδα τους. Ο κάθε περαστικός, έξω απ’ το σταυρό που έκανε σαν φόρο τιμής προς το μάρτυρα, δεν ξεχνούσε να ρίξει και μια ματιά στο εσωτερικό. Άνοιγε την πόρτα και θά’ λεγε κανείς πως άνοιγαν οι Πύλες του Ουρανού και παρουσιαζόταν το μεγαλείο του Θεού σ’ αυτό το ερημοκλήσι και ο φτωχός ξωμάχος είχε την εντύπωση πως τούτο γινόταν μόνο για κείνον και τους όμοιούς του, όσοι λάχαινε να περνούν αργά και πότε από το μέρος αυτό. Άνοιγε με ευλάβεια την πόρτα και η καρδιά του αναγάλλιαζε. Έβλεπε το πρόσωπο του Αγίου στο εικονοστάσι και του φαινόταν πως χαμογελούσε. Προχωρούσε στην αρχή φοβισμένα και ξεθαρεύοντας σε λίγο με ευλάβεια, ξεχύλιζε η καρδιά του η πονεμένη και στεκόταν στη μέση του ναού. Έκανε το σταυρό του, ασπαζόταν το εικόνισμα και στην απόλυτη ησυχία—μόνο έξω ακουγόταν το κελάηδημα του σπίνου που στη κορυφή του αιωνόβιου πρίνου επόπτευε την περιοχή και ένωνε τη γη με τον ουρανό—έβγαζε από τον ντορβά ένα μπουκάλι λάδι και προχώρησε στο παράθυρο. Το έθεσε και κατέβασε με προσοχή όλα τα κανδύλια του Αγίου, τα απόσωσε με λάδι, περιποιήθηκε τα φυτίλια και τα άναψε όλα , ένα ένα. Το σούρουπο είχε προχωρήσει, μα το θείο φως των κανδυλιών είχε απλώσει μέσα στο μικρό χώρο και νόμιζες πως άναψαν δέκα μεσημεριάτικοι ήλιοι. Φωτίστηκε ο Άγιος, φωτίστηκε το φτωχικό Άγιο Βήμα, έλαμψε η Αγία Τράπεζα, τα ξύλινα μανουάλια και το αναλόγιο του ψάλτη. Φωτίστηκε και η ψυχή του ξωμάχου και ξεκουράστηκε από την αμάχη της μέρας. Τέλος ξανακάνει το σταυρό του και βγαίνει αναζωογονημένος και ευτυχισμένος. Κατηφορίζει για το φτωχικό του που τον περιμένουν τα παιδιά και η γυναίκα του. Έτσι κάνουν χρόνια τώρα όλοι όσοι αγαπούν και πιστεύουν στον Άγιο.Και αυτός το γνωρίζει και καμαρώνει.

Η πομπή μας προχωρούσε με τον ίδιο ρυθμό. Να, έφθασαν στο ξέφωτο. Το μέρος αυτό είναι εξαιρετικά όμορφο και ανοιχτό για κάθε μάτι. Προς το βοριά έβλεπες τα μακρυνά μέρη καταπράσινα από τα άγρια ρουμάνια με πρίνους και βαλανίδες και πολύ λίγα δεντρικά. Η ρεματιά ήταν μεγάλη και σχημάτιζε ελικοειδή γραμμή. Το ποτάμι ξεκινούσε από πολύ μακριά, στην αρχή με μικρά λαγκαδάκια που ενώνονταν σε μικρά ρέματα και δημιουργούσαν την κοίτη του ποταμού.

Εκεί στα βαθειά που ξεκινούσε και άρχιζε ο ποταμός, όποτε και αν περνούσες η δροσιά σου περόνιαζε το κόκκαλο. Εκεί είναι που λένε δεν καλοκαιριάζει ποτέ. Τον Αύγουστο, μήνα της Παναγιάς, χρειάζεσαι ρούχα χειμωνιάτικα, αν τύχει και βρεθείς κατά τα μέρη αυτά. Όσο για τα χαράματα ή το μεσονύχτι, θα πρέπει να βρεις σκεπαστό για να μείνεις. Η φωτιά μονάχα θα σε ζεστάνει και θα περάσεις όπως όπως τις ώρες αυτές που ξέμεινες.

Το μέρος θυμίζει παρθένο δάσος με τα θεόρατα πλατάνια, που γίνονται τέτοια επειδή πίνουν νερό απ’ τον ίδιο τον ποταμό. Κοντά σ’ αυτά βρίσκεις και άλλα άγρια δέντρα, που σμίγουν τα κλαδιά και τις φυλλωσιές τους, καθώς το χειμώνα φυσά ο άγριος βοριάς. Στις πλαγιές του ποταμού τα πλατάνια εξαφανίζονται και αρχίζει το μέρος να μπλέκεται παράξενα με λογής λογής αγριόδεντρα. Οι αχλαδιές, τα άγρια δέντρα της γκορτσάς και τα πουρνάρια δένονται σ’ ένα τρελλό και σφιχτό δέσιμο και ο χορός τους ακίνητος βέβαια, αλλά με ποικιλία σχημάτων και φιγούρας παρουσιάζουν το άγριο σύνολο του βουνού. Οι πιο μικροί θάμνοι στα ριζά τους δημιουργούν ένα παχύ στρώμα, σαν άγριο φυσικό χαλί, καταφύγιο των αγριμιών. Τα απόκρημνα με τα γερανιά μάρμαρα και τα διάφορα σχήματα που παίρνουν στο μισοσκόταδο, κάνουν τον περαστικό διαβάτη να σκιάζεται και να φαντάζεται και το κουρασμένο και σκοτισμένο μυαλό του να δημιουργεί εδώ ένα γίγαντα, εκεί ένα αλλόκοτο, ίσως εξωγήινο πλάσμα, κάνοντάς τον να ταχύνει το βήμα του, να ξεφύγει από αυτό το δαιμονισμένο μέρος.

Καθώς κατεβαίνει ο ποταμός τόσο και το μέρος γίνεται πιο ήμερο. Λίγο πιο κάτω αρχίζουν τα καρπερά δέντρα, αρχίζοντας από τα πιο άγρια. Καστανιές με μεγάλα μπράτσα και πλούσια φυλλώματα δίνουν στην εποχή τους το γεμάτο και σφιχτό αχινό με τα νόστιμα κάστανα, συντροφιά του ξωμερίτη δίπλα στη ζεστή θράκα τις κρύες και μεγάλες νύχτες του χειμώνα. Αυτά μαζί με τα ντόπια πιοτά που βγάζει από διάφορους χυμούς, τον κρατούν αρκετές ώρες ξύπνιο το χειμώνα, μια και συμμαζεύεται νωρίς το βράδυ, μόλις πέσει ο ήλιος.

Δίπλα στις καστανιές μέσα στα πιο ισοπεδωμένα μέρη βλέπεις τις κερασιές και τις βυσινιές να κρυφοκουβεντιάζουν. Τί να λένε άραγε; Μήπως πως ο φετεινός χειμώνας πέρασε από πάνω τους, χωρίς να τους κάνει ζημιά;Για τούτο είναι φορτωμένες φύλλα και καρπό. Άχ και να τις έβλεπες στο καιρό της ανθοφορίας! Άσπρες κάτασπρες σαν νυφούλες στολισμένες, ακόμα πριν να βγάλουν τα πράσινα φυλλαράκια τους και απλώσουν την ομορφιά και τη χάρη τους. Ανθισμένες κερασιές! Πόσο όμορφα στολίζουν το τοπίο, το παγερό ακόμα και το αγριωπό, στο χώρο που διάλεξαν να ζήσουν και να καρποδέσουν. Τόσο ντελικάτες και λυγερές μέσα στο σκληροτράχηλο τόπο, τό ψυχρό και κακοτράχαλο. Όμως γρήγορα τα χρώματα θα αλλάξουν, ο πίνακας θα βάλλει άλλη φορεσιά, κατακόκκινη και ροδαλή, σαν τα ροδοκόκκινα μάγουλα του μικρού κοριτσιού που κοκκινίζει από ντροπή για κάτι που άκουσε ή σκέφτηκε. Ο καρπός σε πεντάδες και καλοζυγισμένες τριπλές θα αιωρείται στον αέρα το γλυκόξινο κεράσι, το τραγανό και το πετροκέρασο, το ροζέ αγριοκέρασο και οι άλλες χίλιες δυο ποικιλίες, γεμάτες χυμό και απόλαυση! Τί δεν φτιάχνεις από αυτό!Από πιοτά δροσερά και απολαυστικά μέχρι γλυκά καλοδιατηρημένα σε βάζα, αν δεν πούμε για το ίδιο το φρούτο κεράσι, καθώς το απολαμβάνεις φρεσκοκομένο σαν εκρεμμές πάνω από τα χείλη σου.

Από δω και κάτω αρχίζουν τα περιβόλια και οι μπαξέδες. Το μέρος ξανοίγει πολύ σχηματίζοντας από τη μια και την άλλη μεριά του ποταμού μικρές κοιλάδες. Όπου το μέρος δεν είναι από γεννησιμιού του τέτοιο, το έχει φτιάξει όπως θέλει το μεγάλο θεριό της φύσης, ο άνθρωπος. Έκοψε τη πλαγιά ‘’ακταρμά’’, έρριξε το χώμα, πλούσιο χώμα από τις πλημμύρες του ποταμού εδώ και χιλιάδες χρόνια κάνοντάς το να έχει όλα τα θρεπτικά συστατικά, γιατί κατέβηκε σιγά σιγά από τα ψηλά βουνά, και έφτιαξε το μέρος ισόπεδο. Μετά το ισοπεδωμένο χώμα, το έδεσε σφιχτά με γερό χτίσιμο από σκέτη μαρμαρόπετρα, για να είναι ανθεκτικό και στις μελλοντικές καταιγίδες και στα τυχόν άγρια κατεβάσματα του ποταμού.

Κι εκεί μέσα έβαλε κάθε λογής δενδρικά. Ο ζωογόνος ήλιος και το μπόλικο νερό τα έχουν θεριέψει. Πάντα στο καιρό τους είναι φορτωμένα. Και τί δε βρίσκεις καθώς κατεβαίνεις! Φρούτα και λαχανικά να γεμίσεις κοφίνια. Είναι πράγματι ο τόπος ευλογημένος από το Θεό και οι άνθρωποι ακολουθούν το Θεό στη φύση και αντιγράφουν,τον σκέφτονται κάθε στιγμή και τον υπολογίζουν. Έτσι έμαθαν απ’ τους πατεράδες τους, έτσι μαθαίνουν τώρα κι αυτοί τα παιδιά τους. Γι’ αυτό και ο Θεός ποτέ δεν τους αφήνει. Και αν αστοχήσει κάτι μια χρονιά, θα το ανταποδώσει την άλλη τρίδιπλα, λες και προσπαθεί να φανεί δίκαιος απέναντι στον υποταχτικό του, τον άνθρωπο.

Αλλά να, το τοπίο ημερεύει πια για τα καλά. Και ημερεύει γιατί είναι γεμάτο από το δέντρο αυτό της γαλήνης και της ηρεμίας. Είναι η τιμημένη, η ευλογημένη ελιά. Η διπλή όψη της φυλλωσιάς της, ασημένια και βαθυπράσινη, δημιουργεί μια μεγάλη θάλασσα , μια απέραντη έκταση με το χρώμα αυτό. Πού και πού διακόπτεται η αρμονία αυτή με ένα πιο σκουροπράσινο ή κιτρινωπό χρώμα από διαφορετικά δένδρα. Καμμιά αχλαδιά, συκιά ή και πιο χαμηλά προς τον ποταμό, καμμιά καρυδιά. Όλα ήμερα δένδρα, αναστημένα από τον άνθρωπο και φτιαγμένα από τα χέρια του, όλα φέρουν τη σφραγίδα της δημιουργίας σύμφωνα με τις επιταγές της φύσης.

Πόσα χρόνια θα έχουν περάσει από τότε που πρωτοφύτεψαν αυτές τις ελιές οι προ-παππούδες μας! Τί άσχημο που θα ήταν το τοπίο τότε! Γυμνό με το σκούρο καφετί χρώμα του χώματος και της πέτρας της γκρίζας, του μάρμαρου του παγερού, που σε καιρό φθινοπωρινό και χειμωνιάτικο θα αγρίευε ακόμα περισσότερο τον άνθρωπο και θα τον έκανε φοβισμένο, θα αισθανόταν μόνος κι έρημος απέναντι στη σκληρή αυτή πραγματικότητα της φύσης, θα στριφογύριζε σαν αγρίμι εδώ κι εκεί αποζητώντας ένα μόνιμο καταφύγιο για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Όμως, ήρθε καιρός και έμαθε τα πάντα. Έμαθε να καλλιεργεί και να παίρνει από τη μάννα γη τα πάντα. Και τώρα , αυτός που φοβόταν και τρόμαζε γι’ αυτά που έβλεπε, κατόρθωσε να τα υποτάξει και να γίνει το μεγάλο αφεντικό της οικουμένης. Κλιμακωτά ανεβαίνει κανείς με το μάτι τις μεγάλες πλαγιές και οι τεράστιες αυτές σκαλωσιές, οι πεζούλες, φιλοξενούν και ένα ή πολλά τέτοια δενδρικά. Την ήμερη και ανοιχτοχέρα ελιά. Λίγα της προσφέρεις, πολλά, πάρα πολλά σου δίνει. Έχει σκεπάσει τα πάντα και έχει καλύψει όλες τις μεριές. Δεν είναι καλομαθημένη, ζει και στα πλούσια χώματα, αλλά αρκείται και στα κακοτράχαλα και ανάμεσα στις πέτρες απλώνει όσο μπορεί τις ρίζες της αναζητώντας λίγο χώμα και λίγη δροσιά. Είναι ανθεκτική και απέναντι στις δύσκολες καιρικές συνθήκες δεν δυσανασχετεί. Ότι καιρός και να πάρει της είναι ευπρόσδεχτος. Δεν είναι δύστροπη, προσαρμόζεται σε όλα. Μόνο σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις σφοδρής και έξω της φυσιολογικής ισορροπίας της φύσης, παρουσιάζει μια μικρή κάμψη και αναστολή στην εξέλιξη και την προσφορά της. Αλλά και ο άνθρωπος που την εκμεταλλεύεται και της παίρνει τον πλούσιο καρπό, δεν την αφήνει χωρίς την περιποίηση που της αρμόζει. ¨Ολα όσα της ανήκουν, της τα προσφέρει. Την κατάλληλη τροφή, το άνοιγμα της κορμοστασιάς της από τα περιττά και ξερά κλωνάρια και την ανανέωση που χρειάζεται το χώμα για να πάρουν αέρα τα μικρά ριζίδια και να μπορεί να τρέφεται.

Και τώρα, την εποχή αυτή που περνούμε ακριβώς με αυτήν ασχολείται. Βρίσκεται πια στο τέλος της εργασίας, που έχει σαν στόχο το ξάνοιγμά της και τον καλλωπισμό της. Σαν ένας ταλαντούχος κομμωτής ο άνθρωπος, προσπαθεί να φτιάξει το σουλούπι της. Να την κάμει όμορφη και στα μάτια, αλλά και καρπερή, αποδιώχνοντας όλα τα περιττά κλαδιά ή όπως συνηθίζουν να λένε οι ειδικοί, τα αρσενικά, αφήνοντας μόνο τα θηλυκά. Συμβαίνει κι εδώ όπως ακριβώς σ’ ένα μελίσσι. Εκείνες που φέρνουν το χρυσό μέλι είναι οι εργάτριες μέλισσες, ενώ αυτοί που δεν προσφέρουν τίποτα –ή μάλλον κάτι προσφέρουν κι αυτοί—είναι οι κηφήνες, γι’ αυτό εξαφανίζονται μόλις έρθει η κατάλληλη στιγμή. Τα όρθια κλαδιά της ελιάς είναι τα άγονα, οι φαγάδες, γι ‘ αυτό και κόβονται οπωσδήποτε και για να δυναμώσουν τα άλλα, τα θηλυκά οι ποδιές λεγόμενες, αλλά και για να πάρει το δέντρο αέρα και να γίνει φυσιολογική η μορφή του.

Μέχρι χθες, παραμονή του πανηγυριού μας, σχεδόν όλοι τέλειωσαν το κλάδεμα. Μερικοί απ’ τους παλιούς δεν συμφωνούσαν γι’ αυτή την παράταση της εργασίας. Αλλά, έλα ντε που άργησε η συγκομιδή της ελιάς. Να αφήσουν λοιπόν τις θυγατέρες τους απεριποίητες και αφρόντιστες;Να μην τις στολίσουν κι αυτές καθώς πρέπει, μέρα που ξημερώνει; Ένας λόγος παραπάνω για να χαρούν κι αυτές μαζί με τους ανθρώπους και να δοξάσουν τη μνήμη του Αγίου. Και σ’ όλο το δρόμο χαμογελούν ευτυχισμένες και κουνούν ελαφρά τα κλωνιά τους χαιρετίζοντας το ανθρωπομάνι που ανηφορίζει προς τον Άγιο. Το κατάλαβαν κι αυτές πως κάτι το σημαντικό συμβαίνει. Γιατί η μεγάλη αυτή ουρά, με τις πολύχρωμες φορεσιές, τα κρουστά ξεφωνητά των παιδιών και τα κελαριστά τραγούδια των κοριτσιών, όλα αυτά είχαν να τα χαρούν εδώ κι ένα χρόνο. Τότε που η χαρούμενη αυτή πομπή είχε πάλι καταλήξει στο δόξασμα του μάρτυρα και κατόπιν στο ξεφάντωμα του τόπου.

Λίγος δρόμος πια έμεινε από την τοποθεσία του ξωκλησιού. Η ιστορία του είναι πολύ παλιά. Τούτο το μαρτυρούν τα μεγάλα δέντρα που είναι έξω στο προαύλιο. Τρεις τέσσερις τεράστιοι πρίνοι στη μορφή και το μέγεθος του πλάτανου, που οφείλουν το μεγάλωμά τους στην περιποίηση των ανθρώπων. Γιατί λίγο μπροστά, ακριβώς στο ξέφωτο βρήκαμε ακόμα έναν τέτοιο πρίνο. Τον κράτησαν οι νοικοραίοι της εποχής αυτής για ίσκιωμα και ομορφιά του τοπίου, επειδή το μέρος είναι γυμνό και χρησιμεύει μόνο για σπορά και βοσκή των ζωντανών. Περιποιήθηκαν λοιπόν αυτά τα μικρά δεντράκια άν και ήταν άγρια και τα φρόντισαν κλαδίζοντάς τα και μεγάλωσαν και άπλωσαν τα στιβαρά τους μπράτσα, γέμισαν με φυλλώματα τα κλαδιά τους και έγινε μια φυσική σκεπή, καταφύγιο και ασφάλεια για τα πετούμενα, ίσκιος και ξεκούρασμα για ζωντανά και ανθρώπους.

Το προαύλιο είναι αρκετά μεγάλο. Προεκτείνεται απ’ το νάρθηκα, προχωρεί μέχρι πέρα στο έβγα του δρόμου που οδηγεί από τη μια στο χωριό και από την άλλη πέρα στα χωράφια και τις εξοχές. Γύρω το τοπίο στολίζεται όμορφα με καταπράσινα αμπέλια και λιοχώραφα. Τα αμπέλια, πλούσια σε κρασοστάφυλα, που η ποικιλία τους εξαρτάται από το μέγεθος της τσαμπούρας και της ρόγας. Η ονομασία τους ντελησμάνια μαρτυρεί προέλευση από την Ανατολή, οι βάψες και οι κουντούρες δίνουν ένα κρασί κόκκινο στο χρώμα του αίματος προς το βυσσινή, με γλυκειά γεύση και άρωμα, που χαρίζουν την ευθυμία και το κέφι του Βάκχου. Είναι αυτό ακριβώς που κάνει τον άνθρωπο να αισθάνεται δυνατός και χαρούμενος.

Μέσα στο ναό μόλις μπεις νοιώθεις τη γαλήνη και την ηρεμία του χώρου. Φτωχικό το εσωτερικό του , μα πλούσιο σε μεγαλείο και δόξα. Είχε βέβαια και ορισμένα ανεκτίμητα κειμήλια το εκκλησάκι, που τα χρωστούσε στην ευλάβεια και την τιμιότητα των προσκηνητών. ¨Ενας ντόπιος αγιογράφος, με πολύπλευρο ταλέντο στην ιστόρηση των αγίων εικόνων είχε αφιερώσει είτε ο ίδιος είτε φίλοι και συγγενείς, ευσεβείς χριστιανοί όλοι τους αρκετές από τις εικόνες που στόλιζαν το λιτό και απέριττο εικονοστάσι, όλες τους στη θέση που έπρεπε, σύμφωνα με το τυπικό της ορθόδοξης πίστης. Έβλεπες απέναντι στην κόγχη του ιερού μια μικρή σε μέγεθος αλλά να ιστορεί τόσο επάξια το γεγονός της Πλατυτέρας με το Χριστό στην αγκαλιά της φιλόστοργης μεγάλης Μάννας.Το βλέμμα της ήρεμο και γεμάτο αγάπη σκέπαζε όλο το χώρο.Στο κέντρο, στη μικρή επιμελημένη οροφή είχε τοποθετηθεί σε μορφή μουσαμά, ένας θαυμάσιος σε τεχνική Παντοκράτορας, μικρός αλλά παρουσίαζε τον Μεγάλο Άρχοντα του Κόσμου, με όλη την επιβλητικότητα που συμβολίζει το γεγονός. Το εικονοστάσι σήμερα στολίζονταν με μια ιδιαίτερη φορεσιά. Το κάθε εικόνισμα το περιτριγύριζε ένα καλαίσθητο και πολύχρωμο στεφάνι με αγριολούλουδα και μυρτιές.Εκτός από αυτό το στόλισμα όλες οι εικόνες είχαν ‘’ντύσιμο’’ από μεταξωτές και δαντελωτές ποδιές, κεντημένες από τις κοπελιές του χωριού με λουλουδάκια και σταυρούς ανάλογα.Ήταν τα τάματα των πιστών και η κάθε μια είχε και το μονόγραμμα αυτού που τη χάριζε. Ένα παρόμοιο τοξωτό πλαίσιο στεφάνωνε και την Ωραία Πύλη. Οι κοπέλλες από βραδύς είχαν προετοιμάσει τα πάντα. Καθάρισαν το προαύλιο, άσπρισαν τα πεζούλια και το σκαλοπάτι του Ιερού Βήματος και διακόσμησαν το εξωτερικό και το εσωτερικό του νάρθηκα. Γύρω από την εξώπορτα τοποθέτησαν ένα τεράστιο τοξωτό και αυτό στεφάνι με μυρτιές και δάφνες στολισμένο με λογής λογής λουλούδια που έφεραν από τις γλάστρες των σπιτιών τους και τριαντάφυλλα από τα περιβόλια.

Έλαμπε πραγματικά σήμερα το εκκλησάκι. Φωταγωγημένο με τα πολλά κεράκια, μοσχομύριζε απ’ το θυμίαμα του λιβανιού και η μελωδία της ψαλτικής του ψάλτη και του παπά μέχρι και των απλών χωρικών, έδινε στο όλο τοπίο μια μεταφυσική οντότητα. Ο παπάς, σεβάσμιος γέροντας με μακριά άσπρη γενειάδα, μετουσίωνε την πραγματικότητα στο σύμβολο. Ο ψάλτης, καλλίφωνος και μελωδικός απέδιδε με αρμονία, νόημα και μουσικότητα τα κομμάτια των ψαλμών, τα απολυτίκια και όλα τα άλλα κείμενα της θείας λειτουργίας.Το εκκλησίασμα, χωρισμένο από ένα κενό για διάδρομο, αριστερά οι γυναίκες, δεξιά οι άνδρες, έδειχναν με την παρουσία τους τη ζωή και την κίνηση της ύπαρξης. Ευλαβική στάση, με σκυμμένα κεφάλια και προσαρμοσμένα τα χέρια στις παλάμες ή λυτά να κινούνται στο σημείο του σταυρού, παρουσίαζαν όλη την κατάνυξη της στιγμής.

Έξω στο προάυλιο, κάπως διαφορετικό το σκηνικό. Όσοι έφθαναν καθυστερημένα, άναβαν το κεράκι τους, ασπάζονταν το εικόνισμα του Αγίου και κάνοντας το σημείο του σταυρού αποχωρούσαν και στιβάζονταν στο έξω μέρος από το νάρθηκα μέχρι απέναντι τη δημοσιά.Το μέρος τούτο ήταν γεμάτο κόσμο και μια παράξενη απλωταριά σ’ όλο το χώρο. Οι πραματευτάδες ειχαν πιάσει όλο τον τόπο μπροστά από το εκκλησάκι και είχαν ‘’εκθέσει’’ την πραμάτεια τους. Από παιγνίδια για παιδιά μέχρι φαγώσιμα, γλυκά ή φρούτα. ¨Ηταν πράγματι μια όμορφη γεμάτη χρώμα και ποικιλία σκηνή. Τα μικρά παιδιά στέκονταν και χάζευαν με όλη την αφέλειά τους τα λογής λογής αντικείμενα, που ήταν σωριασμένα και πεταμένα, θα έλεγε κανείς, εδώ κι εκεί. Και με τη δημιουργική φαντασία τους έφτιαχναν τον κόσμο τους. Να, ένας μικρός σκύβει με όλη την σοβαρότητά του και ορθοστατεί ένα αναποδογυρισμένο αεροπλανάκι. Τούτο τώρα γι’ αυτόν είναι κάτι το πολύ σημαντικό, κάτι που φθάνει μακριά, πολύ μακριά απ’ την πραγματικότητα. Είναι έτοιμος . Ντυμένος με την κατάλληλη στολή του αεροπόρου, με την κάσκα και τα γυαλιά, ανοίγει την πόρτα και μπαίνει μέσα. Από το παραθυράκι στέλλει με μια κίνηση του χεριού του το χαιρετισμό του στους ανθρώπους που τον ξεπροβόδισαν στο αεροδρόμιο και σταθεροποιείται στη θέση του. Χαμογελά και βάζει μπρος τη μηχανή. Ένα άγριο βουητό γεμίζει τον γύρω τόπο. Μια κίνηση του μοχλού και αργά αργά προχωρεί μέχρι την κατάλληλη στιγμή της απογείωσης. Και τωρα , ο μικρός μας αεροπόρος πετά ψηλά στους ουρανούς, διασχίζοντας τα σύννεφα και τους αέρηδες. Περνά μάλιστα και από πάνω απ’ το εκκλησάκι σε χαμηλό ύψος, κάνοντας τους πάντες να σηκώσουν ανεπαίσθητα τα κεφάλι τους, να τον κοιτάξουν, να τον χαιρετίσουν και να τον θαυμάσουν. Το ταξίδι του όμως τελειώνει γρήγορα, γιατί η μητέρα του ανησύχησε από την απουσία του και βγήκε να τον ζητά. Τον παίρνει από το χέρι και το ταξίδι τελειώνει. Ο μικρός ακολουθεί με δυσφορία και με το κεφάλι γυρισμένο προς το σωρό των παιγνιδιών δείχνει με το χέρι του αυτό το ένα και μοναδικό πραγματάκι που του χάρισε τόση ευτχία και τόση απόλαυση.

Όλο το εκκλησίασμα που βρισκόταν έξω στο ύπαιθρο, έχει σχηματίσει μικρές ομάδες από δυο ή τρία άτομα και συζητούν χαμηλόφωνα.Τα θέματά τους είναι ανάλογα και με τα ενδιαφέροντά τους. Σε κάθε παρέα υπερισχύει κάποιος περισσότερο θαρρετός στην κουβέντα και με χειρονομίες ή και μόνο με τη δύναμη της λαλιάς κουμαντάρει την όλη υπόθεση. Μιλούν για τις δουλειές τους που τέλειωσαν ή για τις μελλοντικές τους απασχολήσεις..

Τώρα που άνοιξε για τα καλά ο καιρός θα σκύψουν όλοι σε μια εποχιακή απασχόληση. Όλοι τους σχεδόν έχουν ένα μικρό κομματι ή και μεγάλο, χέρσας γης που την περιποιούνται και την αξιοποιούν. Είναι το μέρος εκείνο κοντά σε μια νερομάννα για την τακτική άρδευση και έτσι τα μικρά φυντανάκια δεν πρόκειται ποτέ να διψάσουν. Μπορεί το μέρος αυτό να το διαλέξουν σε άλλο τόπο που ενώ δεν υπάρχει κοντά νερό πηγής, υπάρχει όμως η μεγάλη προσφορά του ζωογόνου ποταμού. Χείμαρρος ορμητικός και τις περισσότερες φορές με ανυπολόγιστες ζημιές, κατεβαίνει από τα πελώρια βουνά και κυλώντας τα νερά του ανάμεσα από λαγκαδοσυρμές και ρέματα καταλήγει στο πιο μεγάλο κοίλωμα που έχει δημιουργηθεί από το χώρισμα των βουνών πριν χιλιάδες χρόνια και έχει έτσι δημιουργήσει την μεγάλη του κοίτη.Τούτην την εποχή μάλιστα ο ποταμός αυτός κυλά τα νερά του ήσυχα και μαλακά και σ’ όλη τη διαδρομή του πριν και μετά το χωριό δεν είναι πια ορμητικός , όπως τις άγριες μέρες του χειμώνα. Τώρα όλα τα μέρη μπορούν να διαβαθούν άνετα από τη μια όχθη στην άλλη ακόμα και από τα μικρά παιδιά. Οι νοικοκυραίοι έχουν φτιάξει ποτίστρες που ξεκινούν από κάποιο σημείο του ποταμού, που το διαλέγουν με μεγάλη προσοχή και αξιοθαύμαστη μαεστρία και διορατικότητα για να μη σταματήσει αργότερα, κατά τον Αύγουστο που σταματούν τα νερά και η γη διψασμένη αποζητά να ρουφήξει μέσα στα πυρωμένα σπλάχνα της την κάθε δροσοσταλίδα από την επιφάνειά της .Το διαλέγουν λοιπόν προσεχτικά και η πολύχρονη πείρα τους έχει διδάξει και τους έχει υποδείξει μέρη δροσερά και βαθύσκια. Η γύρω βλάστηση μαρτυρεί πως ολογυρίς το χρόνο εκεί κρατά η υγρασία,μπορεί ακόμα στα μέρη αυτά να στραγγίζουν νερομάννες υπόγειες και κρατουν το μέρος υγρό. Στα μέρη αυτά γίνεται μια υποτυπώδης παραλλαγή στην κοίτη του ποταμού που μαζεύει τα νερά σε ένα μαστορικό αυλάκι παράλληλα στον ποταμό και προχωρώντας ανάμεσα στα γειτονικά χωράφια, μοιράζεται στους κήπους και όλοι είναι ευχαριστημένοι και ποτίζουν.

Μέχρι όμως να αρχίσουν να ποτίζουν τα ζαρζαβατικά τους θα πρέπει ο τόπος να καθαριστεί από τα άγρια χόρτα, να οργωθεί ένα και δυο χέρια για να ανανεωθεί και να αεριστεί το χώμα, να το πλουτίσουν με θρεπτικά συστατικά και κοπριές. Στη συνέχεια θα ‘’αυλακώσουν’’ και χρειάζεται μεγάλη τέχνη και μαεστρία για να μπορεί το νερό να κυλά και να γεμίζει τα αυλάκια σωστά και όχι’’αλφαδιασμένα’’ στον ανήφορο. Μετά θα φυτέψουν τα φυντανάκια, ντομάτες, μελιτζάνες, αγγουριές, κολοκυθιές και διάφορα άλλα λαχανικά και σαλατικά της ώρας.

Στον Άγιο και στο πανηγύρι εκτός από τους χωριανούς,είχαν κατέβει και όλοι οι ξωχαροί απ’ τις μακρινές ή κοντινές καντούνες τους. Η γύρω περιοχή είναι γεμάτη από τέτοιου είδους αγροικίες, που αποτελούνται από ξεροτρόχαλο χτίσιμο με ένα μεγάλο δωμάτιο και κάκου εκεί δίπλα ένα παρόμοιο με πρόχειρη ξυλοδεσιά ή πέτρινο παράπηγμα. Εκεί φιλοξενούνται όλα τα ζωντανά τους, για να προφυλάγονται από τ’ αγρίμια και τα άλλα στοιχεία της φύσης. Απ’ έξω βλέπει κανείς κρεμασμένα πολλά τσιμπράκαλα σ’ ένα παλούκι του δέντρου, που χρησιμοποιείται και για τον παχύ του ίσκιο, να ξαποστάζουν οι περαστικοί και οι ίδιοι στις καυτές μέρες του καλοκαιριού.

Όλα τούτα είναι σύνεργα νοικοκυριού και επαγγελματικής απασχόλησης. Στον τοίχο της καντούνας διακρίνει κανείς την πυροστιά και το μεγάλο τέντζερη για το καθημερινό φαγητό της φαμίλιας. Ενας μεγάλος μπακιρένιος κάδος για το άρμεγμα των ‘’ψιλών’’ζωντανών στραγγίζει παρά πέρα, με τις ζεστές ακτίνες του ήλιου στεγνώνει φυσιολογικά. Ένα πυρομάχι κάπως περιποιημένο στον τόπο απέναντι απ’ τη καντούνα, κρατά αρκετές ώρες μπροστά του τη νοικοκυρά, φυσώντας και αναψοκοκκινίζοντας μέχρις ότου να ετοιμαστεί το φαγητό και να χορτάσουν πέντε ή και παραπάνω στόματα. Οι σοδιές είναι στιβαγμένες σε μια άκρη του μεγάλου δωματίου και στην άλλη φαίνεται ένας σωρός σκεπασμένος με τα στρωσίδια που θα σκεπάσουν τη νύχτα τα κουρασμένα κορμιά και θα τα προφυλάξει από το κρύο και τ’ αγιάζι του χειμώνα. Θα τυλίξει και τα μικρά παιδιά και θα τα μεταφέρει με τις φτερούγες του όνειρου σε μέρη με πολλά, πάρα πολλά παιγνίδια, σε μέρη ξωτικά με νεράϊδες και νάνους και έτσι θα συμπληρωθούν πλούσια και χρωματισμένα τα παραμύθια της γιαγιάς.

Με τα χαράματα ξεκίνησαν και τούτοι με τα τσαλακωμένα, αλλά ολοκάθαρα ρούχα τους, τα ‘φαντά τους πουκάμισα οι άνδρες και τα τσίτινα φουστάνια οι γυναίκες, φρεσκοπλυμένα όλα και μύριζαν λεβάντα καθώς ήταν καταχωνιασμένα στις μεγάλες κασόνες και τα σεντούκια για να προφυλάγονται απ’ τη νυφίτσα και τα άλλα φθοροποιά έντομα ή ζουζούνια της φύσης. Δυο-τρεις φορές τα βγάζουν και τα φορούν αυτά τα ρούχα. Είναι τα σκολιανά τους. Όχι μονάχα αυτοί, οι ξωχαροί, αλλά και οι άλλοι, οι άνθρωποι που μένουν στο χωριό.

Καθώς πλησίαζαν στο ξωκλήσι βροντούσαν τα χοντροπάπουτσά τους με τα μεγάλα καρφιά στις σόλες για να μη καταστρέφονται και προμήνυσαν τον ερχομό τους στους γύρω πανηγυριώτες. Όλοι στράφηκαν προς τα εκεί είτε με όλόκληρη κλίση του σώματος είτε με απλή κίνηση του κεφαλιού. Είχαν δέσει και τα μουλάρια τους στο χωράφι κάτω από τη δημοσιά, που ήταν προορισμένο γι’ αυτό το σκοπό. Το μέρος τούτο, χέρσο το περισσότερο είχε και μερικές αγριαχλαδιές και πρίνους, δεν ήξεραν ούτε οι μεγαλύτεροι να ανήκει σε κάποιον συγκεκριμένα. Έλεγαν πως το είχε κάποιος Τούρκος και μετά την ανταλλαγή και τον ερχομό των προσφύγων, πως δε βρέθηκε κανείς να το πάρει με κλήρο, ίσως επειδή ήταν μικρό σε έκταση και άγονο και ασύμφορο για καλλιέργεια. Για τούτο, χωρίς επίσημα χαρτιά και φιρμάνια, από τότε ανήκει σιωπηλά στο ξωκλήσι και χρησιμοποιείται για να ξεκουράζονται τα ζωντανά των προσκηνητών, όσο αυτοί θα ασχολούνται με τα θρησκευτικά τους καθήκοντα.

Τα μικρά μαύρα και καστανά ματάκια των παιδιών, που συνηθισμένα στο μονότονο περιβάλλον του βουνού, αστράφτουν από περιέργεια, βλέποντας τις απλωταριές με τα χρωματιστά παιγνιδάκια και τα μυρωδάτα ζαχαρωτά. Είναι σαν να επισκέπτονται έναν καινούριο κόσμο γεμάτο χρώμα και θόρυβο. Τα πιο μικρά έρχονται πρώτη φορά κοντά σε τόσο πολύ κόσμο, που οι κινήσεις και η συμπεριφορά τους είναι παράξενη. Μοιάζουν σαν μικρά αγριμάκια του λόγγου που τα ξαμόλυσαν σ’ ένα ανοιχτό ξέφωτο κάποιας πολιτείας. Σκοντάφτουν και πέφτουν κάτω, μόνο και μόνο επειδή κοιτάζουν προσηλωμένα σε κάποια κατεύθυνση που τους εντυπωσίασε υπερβολικά.

Αλλά τούτο δεν παρατηρείται μόνο στα μικρά. Και οι πατεράδες τους δείχνουν τέτοια σημάδια της απομόνωσης και της μονόχνωτης ζωής τους. Η ομιλία τους είναι βαριά, τραχιά και μπερδεμένη, επειδή κουβεντιάζουν λίγο μεταξύ τους εκεί ψηλά στις κορφές που κατοικούν. Οι κινήσεις τους είναι αδέξιες και μπερδουκλωμένες και καθώς ανάβουν σκυφτοί το κερί μπροστά στη Παναγιά, το χέρι τους τρέμει και το σταυροκόπημά τους μοιάζει περισσότερο μίμηση στο παίξιμο κάποιου μουσικού όργανου. Βιάζονται να τελειώσουν γρήγορα αυτή τους τη φιλοφρόνηση προς το Θεό και τρέχουν σαν να τους κυνηγούν για να βγούν έξω στον καθαρό αγέρα και στο φυσικό τους περιβάλλον, όπου αισθάνονται περισσότερο ασφαλείς. Οι συζητήσεις τους έξω από το ξωκλήσι με τους άλλους ανθρώπους ξωμερίτες ή χωριανούς, η συμμετοχή τους περιορίζεται στην καταφατική ή αντιφατική κίνηση του κεφαλιού τους. Αλλά και οι λέξεις που ξεφουρνίζουν χρειάζεται μεγάλη προσοχή για να κατανοηθούν από άλλους ανίδεους και μόνο οι άνθρωποι του συναφιού τους μπορούν να καταλάβουν.

Στο διπλανό καφενεδάκι πηγαίνουν να πιούν τον καφέ τους και το θεωρούν μεγάλη πολυτέλεια, όχι για τη δαπάνη όσο για την επίδειξη πως παραγγέλλουν και πίνουν καφέ πανηγυριώτικο.Και η παραγγελία δεν δίνεται με λόγο, σημάδι αδυναμίας να εκφραστούν, αλλά με παντομίμα, δηλαδή με μια κίνηση του χεριού προς τα μπρος, όπως ακριβώς κάνει ο καφετζής με το μπρίκι στη φωτιά.Και αυτός πάλι , όπως φαίνεται, χρόνια τώρα τους έχει μάθει και τους έχει συνηθίσει. Γιατί αυτή η διάλεκτο, της μίμησης, είναι πάντοτε ευκολοσπούδαστη και πασίγνωστη, μια και από μικρά μωρά που είμαστε τα πρώτα που μαθαίνουμε είναι αποκλειστικά οι χειρονομίες, παλιά κληρονομιά του ανθρώπου, πριν εκατομμύρια χρόνια.

Ο καφές έρχεται αχνιστός και με τη σημαδιακή φουσκάλα της ευφορίας. Ο ξωμερίτης αγκαλιάζει το κουπάκι με το δεξί του χέρι, που κυριολεκτικά εξαφανίζεται μέσα στη χοντρή του χούφτα. Τον ρουφά απολαυστικά με δυο τρία μακρόσυρτα ρουφήγματα που ακούστηκαν από όλους τους επισκέπτες ένα γύρω. Πλαταγίζουν τα χείλη και η γλώσσα του ηδονικά και τα σκουρόχρωμα δόντια του θρυψαλιάζουν ένα χοντροκούκουτσο του καφέ που καθώς αλεθόταν, ξέφυγε τις ροκάνες του χερόμυλου.

 

Δίπλα ακουμπισμένοι στο ξεροτράχαλο τοίχο που χρησιμεύει για φράχτης με το γειτονικό λιβάδι, χειρονομούν περισσότερο παρά κουβεντιάζουν κάμποσοι ξωχαροί και αυτουνών οι έγνοιες είναι εντελώς διαφορετικές. Ανταλλάζουν απόψεις πάνω στα ‘’ψιλά’’ ζωντανά τους, που είναι γι’ αυτούς η πηγή της ζωής. Υπολογίζουν πως ήρθε ο καιρός να τα περιποιηθούν και τούτα Να τα κουρέψουν να ξαλαφρώσουν λίγο και να αναπνεύσει το πετσί τους. Να πέσουν και τα τσιμπούρια και να αναζωογονηθούν. Να πάρουν και το μαλλί, να το πλύνουν, να το ξάνουν, να το κλώσουν οι γυναίκες, να μπλέξουν χοντρά πανωφόρια και μάλλινες φανέλλες και κάλτσες για να τυλίγονται και να μην τους πιάνει το χιόνι που θα πέφτει και θα σκεπάζει τα πάντα το Γενάρη.

Μερικοί πιο τολμηροί έβαλαν μπρος αυτή τη δουλειά. Οι περισσότεροι όμως είναι επιφυλακτικοί. Δεν σταθεροποιήθηκε ακόμα ο καιρός και τα αρνοπρόβατα μπορεί να παγώσουν.

--Δεν θυμάσαι προ χρόνια που χάσαμε τα ζωντανά μας; πρόφτασε να συμπληρώσει την κουβέντα συνοφρυωμένος κάποιος που φαινόταν περισσότερο γνωστικός. Οι άλλοι κουνούν με κατανόηση το κεφάλι και κάποια θλίψη που τους θύμισε τη μεγάλη καταστροφή. Ξαναφέρνουν στο νου τους τη φοβερή σκηνή. Σε κάθε απάνεμο τόπο προφυλαγμένα πρόχειρα τα κακόμοιρα τα ζωντανά, δεν μπόρεσαν να αντέξουν στο ξαφνικό ξαναγύρισμα του χειμώνα. Μάης μήνας με χιόνια πρωτάκουστο! Σαν λεπίδι φωτιάς πέρασε και ΄΄εκαψε’’ αμέτρητα ζωντανά σαν τα βρήκε χωρίς τη χοντρή τους γούνα να τα προφυλάγει. Για το λόγο αυτό έκαμε τους ξωχάρηδες να είναι πια περισσότερο προσεχτικοί στο πότε και αν θα κουρέψουν τα ζωντανά τους.

Ανάμεσα στον κόσμο που βρισκόταν έξω απ’ το ξωκλήσι, δεν ήταν μόνο οι πολυάσχολοι νοικοκυραίοι που νοιάζονταν για τις δουλειές και τις μελλοντικές προοπτικές τους, αλλά υπήρχαν και οι αργόσχολοι που συζητούσαν για χίλια δυο ασήμαντα ή και σημαντικά γι’ αυτούς θέματα. Όλοι αυτοί περισσότερο ξόμπλιαζαν πρόσωπα και καταστάσεις παρά πρόσεχαν τη λειτουργία του παπά, που μ’ όλο το κλειστό του χώρου έφθανε ο απόηχος της ψαλμουδιάς μέχρι πέρα μακριά κατά τις παρέες.

Ήταν μια συντροφιά νέων που προσπαθούσαν να φαίνονται όμορφοι και περιποιημένοι.Είχαν έμφυτο το συναίσθημα της αυταρέσκειας ειδικά σ’ αυτή την ηλικία και περισσότερο αυτή τη μέρα. Τα ρούχα τους έδειχναν μια μέτρια ποιότητα,αλλά τακτοποιημένα στην’’τρίχα’’γιατί σ’ αυτή την ηλικία όλοι θέλουν να παρουσιάζονται κομψοί και αξιοπρόσεχτοι. Στο πηγούνι τους και στα μαλακά τους μάγουλα μόλις άρχιζε να κεντρίζει το χνούδι της εφηβίας. Τα ίσια μαλλιά τους μόλις είχαν υποταχθεί στην καινούρια στρώση που τους επέβαλλαν τα νεαρά αφεντικά τους. Το μπόλικο λάδι που πολεμούσε να τα καθυποτάξει, γυάλιζε στις ακτίνες του ήλιου που είχε πια ανέβει αρκετά στον ουρανό. Τα πονηρά τους ματάκια ήταν καρφωμένα ακριβώς απέναντι σε μια χρωματιστή γωνιά στο προαύλιο. Στο μέρος τούτο είχαν στριμωχθεί κόκκινα, μπλε και κίτρινα φουστανάκια, που τύλιγαν κορμιά άγουρα ακόμα και αγίνωτα που λες και τούτη τη στιγμή φούσκωναν και προσπαθούσαν να ξεσπάσουν και να πεταχτούν έξω από τα αραχνοϋφαντα δεσμά τους. Μελαχροινά πρόσωπα με εξαίρεση ένα ξανθό μπουκέτο ξέβγαιναν απ’ αυτό το χαρούμενο μπουλούκι. Οι μαντηλόδεσμοι με τα κλαρωτά σχέδια ήταν απλωμένοι σε τριγωνικό σχήμα πάνω στους ώμους και κατέληγαν στην πλάτη τους. Η συντροφιά αυτή σιγομουρμούριζε και όλο χαχάνιζε. Έμοιαζε στη στιγμή αυτή να υπερτερεί κάτι το κωμικό και το αποτέλεσμά της ήταν το αθώο και αυθόρμητο γέλιο. Σε μια στιγμή μια μεσόκοπη τις πλησίασε και κάτι τους είπε σοβαρά σε τόνο αυστηρό. Αυτές σαν να τις χτύπησε κεραυνός έκοψαν στη στιγμή τα χαχανητά και τις λοξές ματιές και χαμήλωσαν επιδεικτικά τα κεφάλια. Η ξανθούλα μαντηλοδέθηκε και οι υπόλοιπες σταύρωσαν ή έδεσαν και τα χέρια τους.Απέναντι οι νεαροί έδειξαν τη δυσφορία τους απ’ αυτή την αλλαγή, έγιναν κι αυτοί σοβαροί και μιμήθηκαν τους μεγάλους. Η στιγμή όμως της αμηχανίας πέρασε γρήγορα και ξαναβρήκαν την πρώτη τους διάθεση, όταν ένας νεοφερμένος ήρθε και κόλλησε κοντά τους.

Τούτος τους έφερε σπουδαία νέα. Περνώντας απ’ το μικρό υπαίθριο καφενεδάκι, κάτι ξεχωριστό πήρε τ’ αυτί του και κοντοστάθηκε. Ήταν εκεί, λέει , ο δραγάτης και μερικοί άλλοι. Μιλούσαν για τη σημερινή μέρα, πως ήρθε πολύς κόσμος στον Άγιο και θα γίνει γλέντι τρικούβερτο. Ο Τρόγκας, ένας γνωστός γλεντζές,ρωτούσε μάλιστα να του επιβεβαιώσουν οι άλλοι μια διάδοση που άκουσε. Ούτε λίγο ούτε πολύ τους τό’ πε ξεκάθαρα.

--Θα φέρουν και όργανα στον Πρίνο!

Έμειναν για μια στιγμή αποσβολωμένοι όλοι τους. Έ, βέβαια, δεν ήταν και μικρό πράγμα αυτό που τους μετέδωσε!Ξέρεις τί θα πει να κουβαληθούν τόσα άτομα με όλα τους τα σύνεργα για να χαρίσουν την ευθυμία και το κέφι στους απόμαχους αυτούς του χωριού και της εξοχής;

--Αμέ, και πού ‘σαι ακόμα!Αυτό που θα σας πω όμως να μου ορκιστείτε πως δεν θα το πείτε σε κανέναν. Είναι, όπως λένε οι γραμματιζούμενοι, ‘’κρατικό μυστικό’’.

Και πράγματι, πάντοτε ο ψηλός και ξερακιανός αυτός νιος με το ατίθασο τσουλούφι κατεβασμένο στο κούτελο, που μερικές φορές έλεγες πως του φράζει το δεξί μάτι, τους έφερνε συνταρακτικά νέα. Ήταν ο μόνος που μπορούσε, αν και ψηλός, να χώνεται παντού και να μαθαίνει. Το καταπληκτικό ήταν πως είχε μια τέτοια αθώα φάτσα που όπως λένε δεν τον έπιανε κανείς στο καλέμι. Ο Κολτσίδας με τ’ όνομα, ήταν ευπρόσδεχτος σ’ όλες τις συντροφιές. Και ανάμεσα στα κοριτσόπουλα και στις γυναικούλες της γειτονιάς, αλλά και μέσα στα καπηλιά με τους άνδρες, με κάποια επιφύλαξη βέβαια. Έκανε μάλιστα και θελήματα στους περισσότερους και έτσι ξαγόραζε τίμια αυτή την ιδιαίτερη μεταχείρηση και τη θέση που του πρόσφεραν ανάμεσά τους.

Όλοι πάλι έμειναν ξανά με κομμένη την ανάσα. Άλλο πάλι και τούτο, τόσο σημαντικό είναι, που το χαρακτήρισε ο Κολτσίδας ‘’κρατικό μυστικό’’;Δεν γίνεται κάτι θα ξέρει αυτός.

Ένας μιλώντας εξ ονόματος όλων πετάχτηκε παραμπρός και ταρακούνησε τον αδύνατο ώμο του Κολτσίδα.

--Έλα μωρέ τώρα, μας γκάστρωσες, θα μιλήσεις καμμιά φορά;

Ο Κολτσίδας , αφού είδε πόσο ξαναμένοι ήταν, με τα τεράστια χέρια του τους ξετίναξε από πάνω του, τους έσπρωξε πέρα για να τους επιβληθεί και σκύβοντας προς το μέρος τους χαμηλόφωνα και σοβαρά τους ξομολογήθηκε.

--Θα’ ρθεί και ντιζέζα, αλλά όχι εδώ, κάτω στο χωριό.

Ένα επιφώνημα θαυμασμού και απορίας ξέφυγε από όλους και τα κόκκινα πρόσωπα των νεαρών άρχισαν να ξαναπαίρνουν το φυσιολογικό τους χρώμα. Τα μάτια τους τρεμόπαιξαν λίγο και ξεπέταξαν μέσα τους όλοι οι πόθοι και όρεξες της τρελλής εφηβίας.

Αυτά όλα γίνονταν έξω ανάμεσα στις λογής λογής παρέες. Η λειτουργία προχωρούσε προς το τέλος της και οι άνθρωποι φαίνονταν τώρα περισσότερο να την παρακολουθούν. Ίσως επειδή ήθελαν, ύστερα από τόσο κουβεντολόι να εξιλεωθούν απέναντι στον Άγιο. Αλήθεια, ένοιωθαν ένοχοι απέναντί του που ενώ ήρθαν για να τον τιμήσουν, αυτοί παρασύρθηκαν τόσο πολύ και άλλοι σχεδίαζαν τί θα κάνουν σχετικά με τις δουλειές τους ή πώς θα βολέψουν σωστά και τέλεια τα ζωντανά τους, λες και δεν είχαν άλλο χρόνο ή ακόμα πιο χειρότερο απ’ όλα να σχολιάσουν γεγονότα που άκουσαν ή έμαθαν. Γι’ αυτό λοιπόν όλους τώρα τους βλέπεις να στέκονται με σεβασμό, να παρακολουθούν τα τελευταία ‘’γράμματα’’ του παπά και γενικά να μή μιλά κανείς.

Μέσα σ’αυτή την απότομη ηρεμία μπορούσε κανείς να απολαύσει και την ομορφιά και την γοητεία του τοπίου. Απέναντι η κλιμακωτή παρουσίαση των βουνών με το διαφορετικό χρώμα ανάλογα την απόσταση που βρίσκονταν, έδινε ένα μουντό σταχτί πλάνο που ξάνοιγε στο τελευταίο και ενώνονταν με το λευκόγκριζο ορίζοντα. Στα πλάγια τα βουνά είχαν μια κατιούσα διάταξη, φτάνοντας μέχρι τη θάλασσα και την παρουσίαζαν σαν μια πλατειά γυάλινη επιφάνεια που μέσα της λαμπύριζαν κυματιστά οι ακτίνες του ήλιου. Πιο πέρα απλωνόταν ο κάμπος καταπράσινος με τις σκουρόχρωμες τούφες, τις διάφορες καλλιέργειες. Από πολύ μακριά απ’ τις λαγκαδιές ή τους λόφους ακούγονταν οι διάφορες αποχρώσεις του τραγουδιού των πουλιών. Ο σπίνος με το παρατεταμένο του τερέτισμα ξυπνούσε το αυτί και σου χάριζε μια εύθυμη μελωδία. Ο κότσυφας, αυτός που διάλεξε να μην φύγει γι’ άλλες χώρες, αλλά να μείνει και να κάνει σπιτικό εδώ, ακολουθούσε στο κελάηδημα τον λιλιπούτειο τραγουδιστή. Ένα χαμηλόφωνο αηδόνι τα σκέπαζε όλα με τις ολοκληρωμένες του κορώνες σε όλους τους τόνους της μουσικής αρχίζοντας από το πιο βαθύ μέχρι το πιο οξύ και υψίφωνο ξελαρύγκιασμα. Όλη η φύση γιόρταζε πραγματικά και συμμετείχε στην όλη τελετή. Τα ασημοκούδουνα του θυμιατού συμπλήρωναν όλον αυτό τον μουσικό πίνακα.

Όλη αυτή η ομορφιά του τοπίου με τα λογής λογής χρώματα και με τις μουσικές μελωδίες των πουλιών και της τελετής έφθασαν στο κατακόρυφο όταν ήρθε η στιγμή της αρτοκλασίας. Λίγο πριν την απόλυση η ακολουθία του παπά σε όλη της τη λαμπρότητα θα παρελάσει και θα σταθεί στο κέντρο της αυλής. Ένα μεγάλο κομμάτι πέτρας χρησιμεύει σαν τραπέζι για να αραδιαστούν επάνω της οι προσφορές των πιστών. Τοποθετούνται ευλαβικά πάνω στη γερανιά πέτρα που έχει ντυθεί με ένα μαντήλι χρωματιστό που υπάρχει γι’ αυτό το σκοπό. Πέντε άρτοι κατά τη Βιβλική παράδοση με όλα τα σημάδια της χριστιανοσύνης αποτυπωμένα πάνω τους, σύμβολα και υπενθυμίσεις, περιμένουν την ώρα που θα ευλογηθούν, για να τεμαχιστούν κατόπιν και να μοιραστούν στους προσκυνητές. Έρχονται και τα φτωχικά σύμβολα της ορθοδοξίας, ο Σταυρός και τα ξύλινα μανουάλια με το απλό κεράκι, αντί των φανταχτερών εξαπτέρυγων , που κυριαρχούν σε αντίστοιχες τελετές, σε άλλες πιο επίσημες εκκλησιές, και παραστέκουν στην τελετή. Το εκκλησίασμα σταυροκοπιέται και ο παπάς ευλογεί.Οι σεβάσμιες γριούλες παίρνουν τους άρτους και τους τεμαχίζουν μέσα σε λευκές πετσέτες κεντημένες με το σύμβολο το μονόγραμμα του Χριστού. Μοιράζονται απλώχερα σ’ όλους τους χριστιανούς και μένουν ικανοποιημένοι όλοι με την εντύπωση της τέλειας παρακολούθησης της λειτουργίας. Δεν μένει απ’ το τελετουργικό τμήμα της μέρας αυτής παρά η τελετή της απόλυσης. Ο γέροντας βγαίνει καταϊδρωμένος και εξουθενωμένος από την ορθοστασία στην Ωραία Πύλη και μνημονεύει τους αντιπροσωπευτικούς τύπους της πίστης μας και στο τέλος αφιερώνει με κατάνυξη αρκετές ρήσεις’’ υπέρ του Αγίου που τη μνήμη του σήμερον επιτελούμεν’’ και με ένα εκτενέστατο ‘’Δι’ ευχών...ευλογεί τους πάντες και τους εύχεται ‘’Και του χρόνου, βοήθειά σας.’’

Ένας παράξενος θόρυβος ξαμολιέται μέσα στο ξωκλήσι αλλά περισσότερο απ’ έξω.Λες και τα τελευταία τούτα λόγια του παπά να ήταν το σύνθημα αυτού του ακατονόμαστου σούσουρου. Τα χοντροπάπουτσα με τα καρφιά των ξωχαρέων και τα λεπτά πασουμάκια των γυναικών σούρνονται ρυθμικά και ο ήχος τους ανακατεύεται σ’ ένα παράξενο χουρχουρητό καθώς μπαινοβγαίνουν όλοι ή τραβιούνται μέσα στο ξωκλήσι δεξιά κι αριστερά για να ασπαστούν για τελευταία φορά όλα τα εικονίσματα. Οι μισοί εύχονται στους άλλους μισούς ‘’Χρόνια πολλά’’ και άλλοι στριμώχνονται μπροστά στον παπά για να πάρουν αντίδωρο. Ο ψίθυρος φουντώνει κι ακούγεται μέχρι έξω.

Εδώ πάλι μια καινούρια ατμόσφαιρα. Όλοι βγάζουν το άχτι τους, οι πιο θεοφοβούμενοι, και βρίσκουν ευκαιρία, ύστερα από τόση ώρα επιφυλακτικής προσμονής να φωνάξουν αν όχι να κουβεντιάσουν. Τα λιανόπαιδα τρέχουν δαιμονισμένα πότε στον έναν και πότε στον άλλο πάγκο με τα παιγνίδια. Στο μέρος που πουλούν φαγώσιμα το μεγαλύτερο νταραβέρι έχει ο χαλβατζής. Με το χαλκωματένιο πρόσωπό του και με τα λιανά του χέρια προλαβαίνει τους πάντες. Βρίσκει και το καιρό να διαλαλήσει την πραμάτεια του και μαζί να δίνει τα ρέστα στον προηγούμενο. Με τό’ να χέρι αρπάζει ένα φύλλο χαρτί που κρέμεται σ’ ένα τσιγκέλι από χοντρό σύρμα και με τ’ άλλο κρατά ψηλά τη ζυγαριά σαν άλλος Αρχάγγελος, που ζυγίζει τις καλές και τις κακές πράξεις των ανθρώπων.

--Έ, νά χαλβά! και δόστου και ρίχνει τα μεταλίκια μέσα σ’ ένα τρίχινο τροβά για ασφάλεια.

Πιο πέρα γίνεται κάτι το πρωτόφαντο σ’ αυτό το πανηγύρι. Ένας χοντρομπαλός ροδομάγουλος γεροντάκος έχει στήσει ένα πάγκο μ’ ένα παράξενο παιγνίδι ‘’για μικρούς και μεγάλους’’ καθώς το διαφημίζει. Πρωτόγνωρο σ’ όλους επικίνδυνα ελκυστικό, ένα είδος ρουλέτας. Τιριχίνο τον φωνάζουν το γεροντάκο και ο ίδιος σκάει στα γέλια καθώς τα φουσκωμένα του μάγουλα τεντώνουν επικίνδυνα να κρεπάρουν και τα δυο μικρά ματάκια του που μοιάζουν της νυφίτσας τρεμοπαίζουν πέρα δώθε για να ψαρέψουν πελάτες.

--Όσα βάζεις τόσα παίρνεις!

--Τιριχίνοοο! ξεφωνίζουν και τα πιτσιρίκια που ξετρυπώνουν τα κεφαλάκια τους ανάμεσα στο στριμωξίδι για να δουν το καινούριο αυτό παιγνίδι.

Όλη η υπαίθρια αγορά βρίσκεται στο φόρτε της.Όλοι ψωνίζουν και κάτι απ’ το αντικείμενο της δεκάρας μέχρι το σπάνιο αναμνηστικό της μέρας. Οι γυναικούλες βρίσκονται περισσότερες ώρες μπροστά στους πάγκους που πουλούν ψιλοπράγματα χρειαζούμενα του σπιτιού. Άλλη κρατά ένα αδράχτι ή έναν τρίφτη για την κουζίνα για να τρίβει το κρεμμύδι και να μην το μακελεύει ώρες ολόκληρες με το μαχαίρι. Τούτο είναι άξιο παρατήρησης, ότι οι νοικοκυρές δεν βλέπουν τίποτα μπροστά τους που να τους κάνει εντύπωση, παρά μόνο αυτά που έχουν κάθε τόσο μες στα πόδια τους. Σκεύη της κουζίνας, του σπιτιού πράγματα που θα τους κάνει τη λάτρα τους πιο εύκολη και περισσότερο αποδοτική. Αυτό φανερώνει πως οι γυναίκες αυτές είναι και στην πραγματικότητα νοικοκυρές με όλη τη σημασία της λέξης.

Σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις, δίπλα στο θρησκευτικό συναίσθημα καλλιεργείται με την ίδια δύναμη πάντοτε και ένα άλλο είδος κοινωνικής σχέσης.Στα απομωνομένα αυτά μέρη που η καθημερινή ρουτίνα έχει γίνει πια θέμα συνηθισμένο και στη συμπεριφορά αλλά και στις επιμέρους δραστηριότητες των απλοϊκών χωρικών, υπάρχουν μερικές στιγμές που κόβουν αυτή τη μονοτονία της ζωής και παρουσιάζουν μερικές καινοτομίες που ο καθένας θα ήθελε και θα επιδίωκε.

Έτσι και σε τούτο το πανηγύρι που είναι για τον τόπο ακριβώς μια τέτοια στιγμή ανάπαυλας, η εκδήλωσή του δεν σταματά μόνο μέχρι το τέλος της θείας λειτουργίας. Προχωρεί και πέρα απ’ αυτή με ευεργετικές επιδράσεις στο χαρακτήρα και την προσωπικότητα των ανθρώπων.

Συνηθίζεται λοιπόν, ιδιαίτερα σ’ αυτό το πανηγύρι, ένα , με όλη τη σημασία της λέξης, λαϊκό ξεφάντωμα. Ξεκινά από το απλό καφεδάκι μέχρι το πιοτό και το χορό.

Σκόρπισε ο κόσμος στα γύρω μέρη και αρκετοί ξάπλωσαν αναπαυτικά κάτω ή σε καμμιά πέτρα εκεί δίπλα στο πρόχειρα στημένο υπαίθριο καφενεδάκι. Ο καφετζής ένας ψηλός ηλιοκαμμένος τύπος με χοντρά χαρακτηριστικά και με δυο χέρια υπερβολικά μακριά, λες για να φτάνει και μόνο μ’ αυτά τον τόπο που εξουσίαζε εκεί δεν προλάβαινε να σερβίρει.Καθισμένος ανακούρκουδα μπροστά στο πυρομάχι του που το αποτελούν δυο μαυρισμένες απ’ τον καπνό πέτρες και ένα γύρω κάτω στο χώμα τοποθετημένα όλα τα σύνεργα της δουλειάς του. Φυλτζάνια του καφέ, νεροπότηρα, τα δυο βάζα με τη ζάχαρη και τον καφέ και ένα μισοκαδιάρικο μπουκάλι με κονιάκ, δυνατό σαν σπίρτο. Συνδαυλίζει συνέχεια τη φωτιά για να ανάβει και να μην καπνίζει και ενοχλεί έτσι και τον ίδιο αλλά και τους απλοϊκούς πελάτες του. Ο δραγάτης που είχε αρκετά ξεκουραστεί σηκώθηκε να τον βοηθήσει. Σιγά σιγά όλοι απολάμβαναν το φρεσκοκομμένο και ψημένο στη χόβολη καφεδάκι και το τριανταφυλλένιο λουκούμι. Μια λαμαρινένια λαγήνα άδειαζε το περιεχόμενό της στα νεροπότηρα και το κρυσταλλένιο νερό κατέβαινε απολαυστικά στους καταπιόνες των διψασμένων και τους δρόσιζε.Ένα γύρω στη φωτιά κάθονται άλλοι με το ένα πλάγι, άλλοι με τα πόδια απλωμένα μπροστά και οι περισσότεροι τλιποδισμένοι ή γονατιστοί.

Η συζήτηση γύριζε άσκοπα παντού και έσβηνε χωρίς ενδιαφέρον. Όταν ξαναδαυλίστηκε το προηγούμενο θέμα, με τις μουσικές, τότε ολωνών το ενδιαφέρον κεντρίστηκε.

--Είναι αλήθεια λοιπόν πως στο Πρίνο θα έρθουν και τα όργανα;

Και βέβαια ήταν αλήθεια. Πώς μπορούσε τέτοια μέρα σήμερα και να σταματήσει εδώ άδοξα στον καφέ και το χαλβά. Ά, όχι , δεν το επιτρέπει ο Άγιος. Τώρα δηλαδή έμπαινε και ο άνθρωπος του Θεού στο κόλπο. Με τις ευλογίες του φαίνεται γίνονταν ό,τι θα γίνονταν σήμερα. Ήταν η νοοτροπία των ανθρώπων τέτοια που ήθελαν να έχουν και την υποστήριξη της Ανωτέρας δύναμης. Τούτο βέβαια φαινόταν παράλογο να θέλουν να συνδράμει και ο Θεός σ’ αυτές τις ζαβολιές. Όμως το πίστευαν και το παρουσίαζαν με τέτοιο πειστικό τρόπο που έπειθαν και τους άλλους.

--Αλήθεια , θα ‘ρθουν και μουσικές:

Αυτός που μίλησε ήταν ένας λίγος, καμμιά πενηνταριά χρονώ, που οι κύκλοι γύρω απ’ τα πονηρά του ματάκια έδειχναν άτομο με αυξημένη δραστηριότητα στο πιοτί και τα γλέντια. Η κίνηση με την οποία πήρε αργότερα τον καφέ του, έδειχνε άνθρωπο σβέλτο, ευκίνητο και πεταχτό. Εξ άλλου το ερώτημα που έκανε παρουσίαζε την αγωνία του για καταφατική απάντηση που περίμενε ν’ ακούσει. Κοίταξε ικετευτικά το δραγάτη, δεν γίνεται αυτός ξέρει, πολλούς τόπους γυρίζει, γνωρίζει τα πάντα που συμβαίνουν εδώ γύρω. Ακόμα και το χρώμα της φωνής του είχε κάποια πλουμιά μελωδικά σημάδι που ίσως ήταν και καλλίφωνος τραγουδιστής, άλλο γνώρισμα γλεντζέ.

Εγκατεστημένος στο χωριό εδώ και δέκα χρόνια, ξενόφερτος λογαριάζονταν χαροκόπος και ανέμελος. Μια μεσόκοπη γυναίκα τον συντρόφευε, παιδιά δεν ευτύχισε να δει και αυτό ίσως του διαμόρφωσε αυτόν το χαρακτήρα, του ανθρώπου χωρίς υποχρεώσεις. Όπου χαρά και ξεφάντωση, ο Τρόγκας μπροστά. Πάντα διασκέδαζε ο ίδιος και το χαιρόταν και με τα καμώματά του σκορπούσε το κέφι και στους άλλους τους πιο συμμαζωμένους και στενάχωρους. Μεροκαματιάρης οπωσδήποτε, δουλευταράς με τα όλα του, λες και το μικροκαμωμένο του σώμα είχε μέσα τις ‘’γλήνες’’, όπως συνηθίζουν να λένε για απόκρυφες ιδιότητες ανθρώπων που δεν φαίνονται. Τίμιος στις δοσοληψίες του και το φιλότιμό του αγνό και απλώχερο που πολλοί επιτήδειοι κολτσήδες των περιστάσεων τον εκμεταλλεύονταν επικίνδυνα και να μην αποτάζει δραχμή, όπως έλεγε κάθε τόσο και η καλοκάγαθη γυναικούλα του που τον πρόσεχε σαν τα μάτια της. Και ο Τρόγκας, που είχε πάντα την απολογία του έτοιμη σ’ αυτές τις παρατηρήσεις της συντρόφισσάς του, έλεγε με την ίδια ήμερη και γεμάτη γαλήνη φωνή του.

--Μη στενοχωριέσαι γυναίκα, και τούτοι και μεις με τον ίδιο αραμπά θα ταξιδέψουμε. Ο καροτσέρης απ’ τις ίδιες λακούβες θα μας περάσει όλους και με τα πολλά και με τα λίγα. Ξεφάντωσε λοιπόν και γλέντα για να λες και στους άλλους που πήγαν καμένοι και σαπίζουν εκεί μέσα στον άραχνο τόπο.

Αυτή ήταν η φιλοσοφία του Τρόγκα και αυτή εφάρμοζε μέχρι τώρα στη ζωή του. Και ο ίδιος έλεγε πως ήταν καταφχαριστημένος και η ευτυχία του καθρεφτιζόταν πάντοτε στο γελαστό του πρόσωπο. Με τούτο το χαρούμενο πρόσωπο ρωτούσε και τώρα να μάθει για τη συνέχεια της μέρας σ’ αυτό το πανηγύρι.

Αχ, πόσο όμορφη ήταν τότε η ζωή! Ζούσε με τα λίγα ο άνθρωπος, ζούσε ευτυχισμένος και ζούσε την κάθε στιγμή σαν να ήταν μοναδική, ζούσε για το σήμερα, το αύριο δεν το γνώριζε και ούτε ήθελε να το μάθει, γιατί θα τον γέμιζε στενοχώρια και πόνο.

Είχαν μαζευτεί και άλλοι και κυριολεκτικά περικύκλωναν το πυρομάχι του καφετζή για να απολαύσουν τον καφέ τους και η σκηνή θύμιζε πεινασμένους λύκους που περιτριγυρίζουν το δαμάλι και προσπαθούν να το σβερκώσουν.

Και νάσου ένας καινούριος πελάτης στρογγυλοκάθεται σε μια κοτρώνα δίπλα στο πυρομάχι αγκομαχώντας και φυσομανώντας απ’ το πολύ τρέξιμο. Ο καπνός της φωτιάς δεν τον ανακουφίζει καθόλου και γυρίζει την πλάτη του προς την αντίθετη πλευρά τρίβοντας τα μάτια του. Ήταν ένας από τους συνηθισμένους τύπους, καλοθρεφούμενος με ένα αστείο μουστακάκι να ξεκλαδίζει και να αιωρείται πάνω από τα κόκκινά του χείλη. Διατάζει μέσα στο ξεφούσκωμά του ένα λουκουμάκι και πίνοντας το νερό του μπουκωμένος ακόμα ξεστομίζει τα νέα του.

--Μεγάλο μπαντιρντί γίνεται ίσα πέρα. Ο Πρίνος ταρακουνιέται απ’ τις τοιμασίες.

Ο Μεγάλος Πρίνος!

Τωόντι, δικαιολογεί το όνομά του το δεντρικό. Εκατοχρονίτης και βάλε χρειάζονται τέσσερις και παραπάνω για να τον αγκαλιάσουν. Οι ρίζες του σαν τεράστια πλοκάμια έχουν καμπλαντίσει τον τόπο. Μερικές έχουν βγει έξω από το έδαφος και καθώς είναι κυρτωμένες προς τα πάνω, σε μεριές μεριές χρησιμοποιούνται σαν τα πιο βολικά και αναπαυτικά καθίσματα. Η κόρμα του διακλαδίζεται στο ύψος των τριών μέτρων και τα πρώτα μεγάλα μπράτσα του απλώνονται πέρα μακριά. Το πυκνό του φύλλωμα που βγαίνει και στα πιο απίθανα σημεία, μέχρι και τα ξύλα, την εποχή αυτή είναι στο φόρτε του. Έτσι το πλούσιο αυτό σκουροπράσινο σύννεφο, έχει σκεπάσει όλο αυτό το μέρος που κρατά στην παχιά σκιά του το δέντρο.Άμα κοιτάξεις προς τα πάνω, δεν βλέπεις τίποτε άλλο παρά ένα βαθυπράσινο χρώμα της φυλλωσιάς του και των χοντρών του ξύλινων μπράτσων.Ο ουρανός έχει χαθεί κυριολεκτικά. Αλλά και το φως της μέρας δύσκολα περνά ανάμεσα απ’ το δαίδαλο τούτον των φύλλων και των κορμών. Νοιώθει κανείς έναν παράξενο φόβο σαν βρεθεί μόνος του κάτω απ’ τις θεόρατες αυτές φτερούγες. Σου δίνει την εντύπωση το φαινόμενο αυτό πως βρίσκεσαι σ’ ένα παρθένο δάσος, εξωτικό με τα τεράστιά του δέντρα και την πυκνή του βλάστηση. Συνέρχεσαι όμως γρήγορα γιατί σε δέκα μέτρα ακτίνα πιο κει ο εκτυφλωτικός ήλιος και η λαμπεράδα της Μαγιάτικης μέρας σε μεταφέρουν στην πραγματικότητα.

Τώρα, σήμερα το τοπίο κάτω απ’ το Μεγάλο Πρίνο είναι πιο ήμερο. Δεν κάνει τα μάτια να στρέφονται προς τα πάνω, γιατί υπάρχουν πράγματα πολλά να θαυμάσουν κάτω στο έδαφος και ένα γύρω στο μεγάλο κορμό. Πετρογυρισμένος ο τόπος με αψηλό τοίχο που χρησιμοποιείται για φράχτης του μεγάλου κτήματος, έχει μια φαρδειά αμπασιά, από όπου μπαίνουν όλοι και βρίσκονται αμέσως αμέσως κάτω από την προστασία του αιωνόβιου δεντρικού. Το μπάσιμο κλείνει με ένα τεράστιο ξύλινο κιγκλίδωμα με χοντρές ξυλοδεσιές και γίνεται έτσι ένα μεγάλο πορτάρι που περιστρέφεται γύρω από ένα επίσης χοντρό πάσαλο και έτσι ανοίγει ή κλείνει ανάλογα την όρεξη του περαστικού.

Το μέρος τούτο το Ολυμπίσιο έχουν διαλέξει οι χωριανοί για να στήσουν το χοροστάσι και το ξεφάντωμά τους και ο Πρίνος πια φιλοξενεί χρόνια τώρα αυτό το ανθρωπομάνι με όλα τα χωρατά και τις ιδιοτροπίες των γλεντζέδων. Είναι ιδιοκτησία του πιο μερακλή καφετζή του χωριού και έτσι δίκια παίρνει την ευκαιρία να ανοίξει και στον τόπο τούτον ένα υπαίθριο μαγαζί με όλα τα ζητούμενα. Πέντε μουλάρια είχε φορτωμένα πρωϊ πρωϊ με όλες τις προμήθειες για να μη λείψει τίποτα στο υπαίθριο αυτό γλέντι. Ο παραγιός δυσανασχετούσε γιατί τα φορτιά αυτά στα μουλάρια φανέρωναν φόρτωμα και της δικής του καμπούρας, μια και δεν θα μπορούσε να το κουνήσει ρούπι και κατά τη λειτουργία αλλά και μετά στο γλέντι.

Ο Καπάνταης με τ’ όνομα ήταν μερακλής καφετζής, εξυπηρετικός στους πελάτες αλλά και σκληρός σε όλες τις δουλειές. Καταπιανόταν πολλά νταραβέρια και προσπαθούσε να τα βγάζει πέρα σχεδόν μόνος του. Δεν λέμε είχε και τον παραγιό το Μονομάτη μαζί του αλλά τί να προφτάσει και τούτος ο καψερός. Δυο χέρια τα είχε και μ’ αυτά πολεμούσε όπως μπορούσε. Ορφανός από πατέρα στους δύσκολους καιρούς της προσφυγιάς, με μιά μάννα που δεν ήταν άξια να κουμαντάρει ούτε τον ίδιο της τον εαυτό, μόλις ξεπέταξε αρκετά πήρε στους λιγνούς του ώμους όλο το βάρος του σπιτικού του. Η γριά του δεν ήξερε να κάνει τίποτα, από τότε προπάντων που τη χτύπησε και μια ξορκισμένη αρρώστια, είχε ανάγκη περισσότερης περιποίησης και φροντίδας. Ερχόταν στιγμές που υπέφερε πραγματικά. Έπεφτε κάτω, χτυπιόταν και έβγαζε αφρούς απ’ το στόμα της. Έλεγαν τότε όσοι βρισκόντουσαν κοντά της πως την έπιασε πάλι το ‘’ αφορεσμένο’’.

--Δεν θα καλοθανατήσει η γριά.

--Μεγαλοδύναμε, διώξε τα δαιμονικά..

Τέτοια άκουγες να μουρμουρίζουν οι περαστικοί ή οι γειτόνοι, όταν την έπιανε το κακό. Μετά το ξεθύμασμα του Εξαποδώ η γριούλα Φτυχιώ ήταν όπως και πριν. Μόνο που δεν είχε άκαρο να καταπιαστεί με τίποτα. Και τούτο σιγά σιγά την ατόνισε και την ξεμάκρυνε από τη φυσιολογική της παρουσίαση. Εδώ και αρκετά χρόνια την βλέπεις να κάθεται σε μια άκρη του χωριού, δίπλα στο φτωχικό της , μ’ ένα απομωρωμένο βλέμμα να βλέπει ίσια κατά το αντικρυνό βουνό, σαν χαμένη σε άλλους κόσμους που πιθανόν να την πηγαίνει η αρρώστια της.Μόνο όταν ερχόταν ο γιος της το βράδυ μετά το χτύπημα της καμπάνας να την περιμαζέψει, ζούργωνε στο παραγώνι και σκάλιζε τη φωτιά.

Ευτυχία τη λέγανε τη γριά, μα μόνο ευτυχία δε γνώρισε η καημένη στη ζωή της. Μια ζωή βασανισμένη από τα μικράτα της. Πρόσφυγούλα ήρθε από την Ανατολή, λέγανε τότε πως είχε μεγάλη περιουσία ο πατέρας της και η ίδια μοναχοκόρη και στολισμένη από παντού και όμορφη και πλούσια.Μα η προσφυγιά την κατάντησε μόνο με τα ρούχα της και ένα γιο στα σπάργανα. Τα έχασε όλα. Οι γονείς της πέθαναν, ο άνδρας της χάθηκε στις μαούνες κατά την μεταφορά τους από το Τσεσμέ στη Χώρα εδώ. Από τότε μόνη κι έρημη ζει εδώ , στην άκρη του χωριού με το γιο της , να βολοδέρνει και με την αρρώστια που την ταλαιπωρεί και την κατάντησε έτσι. Ευτυχώς ο γιος της είναι δουλευταράς και προκομένος και βρήκε αποκούμπι στο νονό του τον Μπανέτο, τον πατέρα του Καπάνταη και ζουν πιο ανθρώπινα.

Έτσι περνούσαν τα χρόνια και έτσι περνούσε και γριούλα η Φτυχιώ, μέχρι που τη λυπήθηκε ο Αρχάγγελος και την πήρε ήσυχα και ταπεινά, όπως ακύμαντη ήταν και όλη της η ζωή μετά την προσφυγιά. Ήταν τότε ο γιος της ο Μονομάτης αρκετά μεγάλος και μπήκε πια για τα καλά στη δούλεψη του νονού του,του Μπανέτου, που κληρονόμησε και το παρατσούκλι του.

--Τώρα πια που συχωρέθηκε η γριά σου, μπορείς να έρχεσαι περισσότερο μαζί μου, του είπε μια μέρα ο νονός του. Δεν θά ‘χεις πια να περιμαζεύεις τη συχωρεμένη κι έτσι θα ξεκουράσεις και μένα λίγο.

Ο Γιαντίκος, γιατί αυτό ήταν το όνομά του, δέχτηκε και έτσι έγινε ένα είδος πρωτότυπου συμβολαίου. Το πήρε το παλληκάρι στο σπίτι του και σαν να πούμε τον υιοθέτησε. Έγινε παραγιός του μια και υπήρχε η βάση από τη μεριά της εκκλησίας, αφού τον είχε βαφτίσει και του είχε βάλει μύρο. Γιαντίκο τον ήξεραν όλοι, μέχρι τη μέρα που ο νονός του ο Μπανέτος έχασε το μάτι του σε ένα ατύχημα στο βουνό. Από τότε ο αδεξιμιός του γέρο-Μπανέτου πήρε το παρατσούκλι Μονομάτης και μόνο μ’ αυτό πια μπορούσε κανείς να τον βρει και μόνο σ’ αυτό γύριζε το κεφάλι του ο Γιαντίκος, όταν το άκουγε στον αέρα.

Ο γερο-Μπανέτος, άξιος και τούτος όπως φυσικά και ο γιος του, νοικοκύρης με τα όλα του είχε στην κατοχή του και έναν τόπο γεμάτο πέτρα και ρουμάνι, στην πρώτη ματιά άχρηστο, αλλά στο έμπειρο μάτι του ειδικού, πάρα πολύ σημαντικό και πλούσιο. Το μέρος τούτο γεμάτο αγριοπούρναρα, δεν είχε ούτε μια σπιθαμή χώμα για να φυτρώσει λίγο το χορτάρι και να χρησιμοποιηθεί σαν βοσκότοπος. Το ‘’Αχρηστο’’ λέγαν όλοι και τούτο στενοχωρούσε πολύ το γερο-Μπανέτο.Όμως έτυχε να περνά κατά τα μέρη μας κάποιος μαρμαράς ειδικός και ρωτούσε να μάθει αν υπάρχουν πουθενά εδώ νταμάρια ή μέρη με γερά πετρώματα. Όλοι μ’ ένα στόμα πρότειναν στο Μπανέτο να μιλήσει στο μαρμαρά για το ‘’Αχρηστο’’. Τούτος γέλασε και μ’ ένα ύφος αδιαφορίας γύρισε αλλού την κουβέντα. Όταν όμως μιλημένος ο ξένος από τρίτους, ήρθε και τον βρήκε, τα συζήτησαν και συμφώνησαν.Θα πήγαιναν χωρίς αναβολή να το δουν και να αρχίσουν οι δουλειές.

¨Ετσι την άλλη μέρα ο ξένος, ο Μπανέτος και ο γιος του Καπάνταης ήταν στο ‘’Αχρηστο’’. Έβγαλε ο μαρμαράς κάτι σύνεργα, έξυσε κάτι πέτρες και χωρίς να δείξει ενδιαφέρον –επαγγελματικό μυστικό—μίλησε με συγκρατημένο ύφος για το λατόμι. Θα το δούλευαν και τα κέρδη ανάλογα θα τα μοιράζονταν με το Μπανέτο.

Μεγάλο νταραβέρι άρχισε. Όλοι οι πετράδες του χωριού, οι φουρνελαδόροι, οι εργάτες, βρήκαν δουλειά στο ‘’Αχρηστο’’.Διαμόρφωσαν λίγο και το αγροτικό μονοπάτι και με βοδόκαρα μετέφεραν μεγάλα κοτρώνια ίσαμε κασόνες το μπόϊ και άλλα πιο μικρά στη δημοσιά. Από κει θα τα κουβαλούσαν στο γιλό και από κει με καϊκια θα πήγαιναν στο αργαστήρι για να τα κόψουν, να τα βγάλουν πλάκες και να τα ρίξουν στο εμπόριο.

Ο γέρο –Μπανέτος λοιπόν σε τούτο το λατόμι άφησε το μάτι του. Δραστήριος καθώς ήταν, όταν περνούσε από κει καθόταν και παρακολουθούσε με περιέργεια όλο το κύκλο της δουλειάς. Με το χαμόγελο πάντα στα χείλη κουβέντιαζε καλοκάγαθα με τους μαστόρους και τους καλφάδες, με τους εργάτες και τους βοηθούς. Τους έδινε καπνό στο ξεκούρασμα και χάιδευε με το χοντρό του χέρι τις πλάκες και μονολογούσε.

--Βρε, για δες το ‘’Αχρηστο’’που θα ταξιδέψει σε πολιτείες και σε θάλασσες!

--Ποιός ξέρει σε ποιό τραπέζι καρυδένιο θα ξαπλώσει την αρίδα της ετούτη η παλιόπετρα.

Αυτή η παλιόπετρα ήταν ένα γκρίζο μάρμαρο με άσπρα πλαγιαστά ‘’νερά’’, σε σκούρα ή ανοιχτή απόχρωση, όπως ακριβώς βλέπεις κάτω στο βυθό της θάλασσας και ξεκρίνεις τα ρεύματά της. Ήταν όπως τα σχέδια που κάνει το ασπράδι του αυγού, όταν το ξαμολύσεις σ’ ένα ποτήρι νερό. Τέτοια σχέδια έκαναν και τα νερά αυτής της πέτρας, της γκρίζας και της σκληρής με τις σκούρες γερανιές αποχρώσεις. Σε πολλές μεριές υπήρχε φλέγα με διάφορες άλλες αποχρώσεις, έπαιζε ανάμεσα στο καφέ και το πράσινο και αυτό ήταν το έξτρα πράμα, ποιότητα πρώτη.

Οι δουλειές προχωρούσαν, η πέτρα όλο και κατηφόριζε προς το γιαλό, τα κεμέρια ολωνών γέμιζαν. Ο Μπανέτος λογαριαζόταν πια περισσότερο δυνατός σε όλα Χρήματα, φήμη και αξιοσύνη. Δεν πήραν όμως τα μυαλά του αέρα, γι’ αυτό όποτε πήγαινε πάνω στο νταμάρι, απλός περαστικός όπως πάντα, έκανε και λίγο τον εργάτη. Όχι πως τον έβαλε κανείς, αλλά έτσι του άρεσε να καταπιάνεται με όλα και να ξεμουδιάζει. Μια μέρα λοιπόν, -μαύρη ώρα που ανέβαινε κατά κει-, άδραξε ένα λοστό και άρχισε μαζί με άλλους να βοηθά για να ξεκολλήσουν ένα μεγάλο σεντούκι πέτρινο. Βαρούσε με τα δυνατά του μπράτσα το λοστό πάνω στην πέτρα, φυσούσε, ξεφυσούσε, δούλευε. Αυτό ήταν. Το κακό δεν άργησε να γίνει. Καθώς χτυπούσε το λοστό στην πέτρα με τέτοια δύναμη που πετούσε φωτιές το σκληρό μάρμαρο, ξεκολλά ένα μικρό, τόσο δα πετραδάκι και τον βρίσκει ίσια στο μαυράδι. Ο Μπανέτος έχασε τον κόσμο ολόκληρο από μπροστά του, μούγκρισε δυνατά σαν γελάδι που το σφάζουν και σωριάστηκε μονοκόματος κάτω βαστώντας και με τα δυο του χέρια το μάτι του.

Έτρεξαν όλοι κοντά του τον περιποιήθηκαν αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Το μάτι του γέρου είχε ασπρίσει. Στο χωριό που τον κουβάλησαν, τού’ καναν αρκετά γιατροσόφια, τό’ πλυναν με σαμπούκο που ορμήνεψαν μερικοί, τίποτα. Το φως χάθηκε απ’ τό’ να μάτι του Μπανέτου. Όμως ετούτος ο αθεόφοβος και με το ένα μάτι μπορούσε να τα ξεμπερδεύει όλα και να τα προφταίνει. Έπαιρνε μαζί του το γιο του τον Καπάνταη και τον αδεξιμιό του τον Γιαντίκο και τον βοηθούσαν παντού. Στο λιομάζωμα, στο άρμεγμα των ζωντανών, στο τυροκομιό, σ’όλα.Ο Γιαντίκος μάλιστα ήταν το δεξί του χέρι. Όταν πια αργότερα κουβαλήθηκε και στο σπιτικό του νονού του, μαζί με την καινούρια ζωή που άρχισε, ο κόσμος του κόλλησε και το παρατσούκλι, ο Μονομάτης, εξ αιτίας του μονόφθαλμου νονού του.

Τώρα ο γερο-Μπανέτος δεν πολυμπαίνει στη δουλειά, όχι για την αναπηρία του αυτή, αλλά μια κι έχει δυο άξια παλληκάρια να του διαφεντεύουν το βιος, αυτός περισσεύει. Απλώς βοηθά στις δουλειές του ποδαριού, όπως καλή ώρα σήμερα τ’Αγιού-Γιαννιού, μεγάλη η χάρη του.

Φόρτωσαν απ’ τα χαράματα με το Καπάνταη και το Γιαντίκο τα πέντε μουλάρια και ανέβασαν τις χρειές του καφενέ στο Μεγάλο Πρίνο. Έμεινε ο Κάπας, έτσι λέγανε πολλές φορές το γιο του Μπανέτου, να τακτοποιήσει το μέρος για το στήσιμο του καφενέ και με δυο ζώα ο Γιαντίκος ξανακατέβηκε να πάρει τυχόν ξεχασμένα πράγματα, να ανεβάσει και το Μπανέτο, γιατί γέρος πια δεν άντεχε στο ποδαρόδρομο.

Ξανανέβηκε ο φουκαράς ο Μονομάτης με το νονό του παρέα και βάλθηκαν πια και οι τρεις να συγυρίζουν το υπαίθριο μαγαζί. Ο παραγιός άπλωσε τις κουρελούδες χάμω στο χώμα ή πάνω απ’ τις ρίζες του πρίνου και με συμπλήρωμα μερικές τετράεδρες σαν τραπέζια κοτρώνες, διαμορφώθηκε στο πι και φι ο τόπος κατάλληλος για να καθίσουν οι πελάτες και να φχαριστηθούν το πιοτί, τα μεζεκλίκια τα πανηγυριώτικα και να φραθεί η καρδιά τους , μέρα που είνα , το χορό και το τραγούδι.

Πέρα μακριά από τον κορμό του Πρίνου, έκαιγε μια μεγάλη απλωταριά με πυρωμένα κάρβουνα και κει πάνω ο Κάπας είχε καταπιαστεί να ψήνει τα κρέατα που είχαν παραγγείλει οι πελάτες. Ο Μονομάτης ο παραγιός , που ξέκοψε για λίγο απ’ τον καφενέ, γύρισε μπουκωμένος μ’ ένα κομμάτι μεγάλο σουσαμωτό χαλβά και έφερε την είδηση πως ο παπάς τα τέλειωσε τα γράμματα και πως ο κόσμος ψουνίζει τα μπιχλιμπίδια του.Ο Κάπας αναψοκοκκινισμένος αγρίεψε μαζί του που δεν τον βοηθά κανείς στη φωτιά, αλλά ο γερο-Μπανέτος, ήρεμος με όλη την πείρα των χρόνων του, τον ηρέμισε με τούτα τα απλά μα σοφά λόγια.

--Μη χολοσκάς μωρέ και δεν σου φεύγει κανείς, αφού μόνο εδώ έχει νερό να πιουν να ξεδιψάσουν.

Πόσο σημαντικό ήταν για τους ανθρώπους της εποχής εκείνης η αξιολόγηση ορισμένων καταστάσεων, ενεργειών και αποτελεσμάτων.Δεν προωθούσαν, δεν βίαζαν, δεν ανάγκαζαν τα γεγονότα να συμβούν. Τα άφηναν έτσι, απλώς να συμβούν στην ώρα τους, στο καιρό τους.Άφηναν τα φυντάνια να γίνουν μόνα τους, άφηναν τα δεντρικά και τα πωρικά να ανθίσουν και να καρποδέσουν μόνα τους αβίαστα, χωρίς την βάρβαρη επέμβαση του ανθρώπου. Άφηναν τις ανθισμένες κερασιές να τις χαρεί το μάτι του και να αναγαλλιάσει η ψυχή του, να τις επισκευτούν οι αγριομέλισσες, να τις τρυγίσουν, να κουβαλήσουν τη γύρη και να γονιμοποιήσουν τα λουλούδια και να γίνει ο καρπός και αυτές σαν αμοιβή να κάνουν μέλι, που κι αυτό ο άνθρωπος τελικά θα το χαρεί.

Αχ, πόσο διαφορετικά από τα σήμερα.Όλα προγραμματισμένα, όλα με την κάποια προώθηση, όλα πριν την ώρα τους. Πραγματικά θα ‘ρθεί στιγμή, που θα τρελλαθεί μ’ αυτά η φύση και θα αγανακτήσει και τότε θα εκδικηθεί κι αυτή με τη σειρά της αυτή τη βίαιη παρέμβαση με αποτελέσματα άγνωστα και απρόβλεπτα.

--Μή χολοσκάς, έλεγε ξανά ο γερο-Μπανέτος.

Ο Κάπας όμως ήταν θυμωμένος και με τους μουζικάντες. Γι’ αυτό ήθελε να ξεσπάσει λίγο και τά’ βαλε με το παραγιό.Πιο νεώτερος ήθελε να επέμβη, ήθελε να προκαλέσει.

Οι μουζικάντες του είχαν υποσχεθεί να βρίσκονται στο Πρίνο για ν’ αρχίσουν δουλειά το αργότερο στο απολείτουργο. ¨Ολοι τους είχαν υπολογίσει μετά τον καφέ και τα ψώνια που θά’ καναν οι πανηγυριώτες, πως θα μαζεύονταν σαν τα πρόβατα στη μάντρα για τον αρμεμό. ¨Οπως ο μπιστικός μαζί με τα μαντρόσκυλα, τα μαζεύει και τα αρμέγει, έτσι και ο Κάπας με τους κράχτες του θα τους μάζευε σε λίγο και θα τους άρμεγε σιγά σιγά και αποδοτικά. Θα τους πρόσφερε βέβαια υπηρεσίες και έτσι όλοι θα ήταν ευχαριστημένοι.Αλλά για να γίνει τούτο, χρειαζόταν και το κατάλληλο περιβάλλον, η ατμόσφαιρα που λέμε.Έτσι είχε συνενοηθεί με τους μουζικάντες να βρίσκονται εκεί την καθορισμένη ώρα για να τραβούν με τα μανεδάκια τους και τα άλλα ταξιμάκια τους χαροκόπους.

¨Ομως να, που απολειτούργησε ο παπάς και τούτοι οι αχάριστοι ακόμα να φανούν. Ο Κάπας έχει στείλει δυο φορές το παραγιό το Μονομάτη στο αντικρυνό ξέφωτο να ξεβιγλίσει το μονοπάτι και να του φέρει γρήγορα μαντάτο. Η υπομονή του έχει εξαντληθεί και έστειλε πάλι το παραγιό να ξεβιγλίσει. ¨Ομως τουτη τη φορά ο Μονομάτης έρχεται τρεχάτος, αναψοκοκκινισμένος, σαν άλλος μαραθωνοδρόμος και ξεφυσώντας, φωνάζει από δυο τουφεκιές δρόμο, για να ακουστεί από όλους για διαφήμιση και για να καταλαγιάσει και το αφεντικό.

--¨Ε ρ χ ο ν τ α ι ! !

Ο ίδιος μετά από λίγο, αφού πήρε πια και την ανάσα του, βάλθηκε να τακτοποιεί το μέρος που θα έστηναν τα τσιμπράκαλά τους, που σύμφωνα με το έμπειρο μάτι του Μπανέτου, έπρεπε να έχουν την πρώτη θέση που λέμε, για να φαίνονται απ’ όλο το ανθρωπολόι.Και τούτο για δυο σημαντικούς λόγους. Πρώτα για το ίδιο το μαγαζί, γιατί όταν ευχαριστιούνται οι πελάτες, έρχονται στο κέφι, και τούτο θα γίνει όταν βλέπουν και ακούν καλά όλα τα όργανα κατάματα και ολοζώντανα μπροστά τους, τότε δόστου και θα κουβαλά ασταμάτητα ο παραγιός πιοτά και ψημένα κρέατα. Δεύτερο, η θέση των μουσικών πρέπει νά’ ναι σε τέτοιο κεντρικό σημείο και για τους ίδιους τους τους οργανοπαίχτες, γιατί όταν η κομπανία βρίσκεται κοντά και μπροστά σε όλους τους πελάτες θα μπορούν εύκολα να δίνουν τις παραγγελιές για το χορό και να παίρνουν τα ρεγάλα απ’ αυτούς και να γεμίζει χαρτούρα το κασελάκι του βιολιστή που είχαν ανάμεσα στα πόδια τους.

Στην ώρα τούτη της ετοιμασίας μπουκάρουν μέσα στον αυλόγυρο του Πρίνου πεντέξη νομάτοι με τα παράξενα κασελάκια στη μασχάλη τους. ¨Ηταν αυτοί. Ο πρώτος βρακοφόρος με το μαύρο αστραχάν σκούφο του, που του έδινε μπόι, με το πλουμιστό ζουνάρι και το σκούρο μπλέ τσόχινο γελέκο στολισμένο με μαύρα κεντήματα, το ριγέ γκρι χωρίς γιακά πουκάμισο,την γερανιά τσόχινη βράκα του προχωρούσε μπροστά και έμοιαζε ο αρχηγός της κομπανίας.Αδύνατος, νευρώδης λες και η δουλειά του αυτή του διαμόρφωσε και το παρουσιαστικό του. Βιολί έπαιζε και το μάτι του ήταν καθάριο σαν και τις νότες που έβγαζε το ξύλινό του όργανο.

Οι άλλοι δυο που ακολουθούσαν ήταν πολύ πιο νέοι απ’ αυτόν, καλοθρεμένοι και ροδομάγουλοι, φανέρωναν αμέσως το μουσικό όργανο που φυσομανούσαν.¨Ενα μικροσκοπικό βαλιτσάκι κρεμόταν στο δεξί του πρώτου και ήταν το μαύρο κλαρίνο με τα λαμπερά άσπρα σιδεράκια που πετάριζαν πάνω τους τα μακριά δάχτυλα του οργανοπαίχτη. Ο άλλος είχε ένα παράξενα κυρτωμένο χάλκωμα τυλιγμένο σ’ ένα σκούρο πανί και τό ‘χε ριγμένο στον ώμο του, όπως οι φαντάροι κρατούν ‘’επ’ ώμου’’ το τουφέκι τους. ¨Ηταν το μπρούντζινο τρομπόνι με τις γλυκές εναλλαγές των μουσικών φθόγγων και το μεταλλικό του ήχο. Ο τέταρτος που μπήκε ήταν ένας ξερακιανός τύπος με μέτριο μπόι,αγριωπός στο πρόσωπο, με δυο μικρά ματάκια που έμοιαζαν αλεπούς. Τούτος είχε κρεμασμένο απ’ τον ώμο του μ’ ένα χοντρό σπάγγο ένα ντουμπελέκι καμωμένο από προβιά χρονιάρικου τραγιού, τεντωμένη σφιχτά στα δυο του ξύλινα στεφάνια.

Τελευταίος της παρέας μπήκε ο περισσότερο αδικημένος απ’ την άποψη του φορτίου που σήκωνε και της ηλικίας του. ¨Ηταν ένα παιδί θα έλεγε κανείς στη πρώτη ματιά 15 , 17 χρονώ με ψαθάκι της εποχής και παρά το κουρασμένο του βήμα και το φορτίο που σήκωνε, φαινόταν περισσότερο συμπαθητικός, στυλάτος και αξιοπρόσεχτος. Τούτος μετέφερε το σαντούρι, ένα αξιόλογο μουσικό όργανο, βαρύ στη μεταφορά όσο και γλυκό στη λαλιά του. Το είχε τυλιγμένο σ’ ένα καφέ ξεθωριασμένο καραβόπανο και κρεμόταν μ’ένα λουρί στον ώμο του. Για να μετριάζει το φορτίο και να μην πέφτει το βάρος μόνο στον ώμο, το είχε αγκαλιάσει με το δεξί παίρνοντάς το παραμάσχαλα. Στο δρόμο μετάλλαζε το φορτίο με τους άλλους νιους και δυνατούς με τα φυσερά και ανακούφιζαν λίγο το παιδί με το ψαθάκι. Στο χωριό κάτω είχαν αφήσει και το άλλο μεγάλο όργανο, το κοντραμπάσο ή μπασαβιόλα επειδή ήταν δύσκολο και αυτό στη μεταφορά και μπορούσε να γίνει η δουλειά στην εξοχή και χωρίς αυτό. Στο χωριό μετά θα έδινε ρεσιτάλ στο χρόνο και στη μελωδία με το δοξάρι.

Αυτή ήταν η συμπαθής κομπανία με τα απλά τους σύνεργα, αλλά τόσο πολύπλοκα στο χειρισμό τους. ¨Οσο ψυχρά και άψυχα να φαίνονται τόσο εκφραστικά και ζωντανά μετατρέπονται μπροστά στα έμπειρα χέρια των αφεντάδων τους.

Κάθισαν να ξαποστάσουν απ’ το δρόμο, τους έδωσαν να πιουν κι από μια δροσερή βυσσινάδα από ντόπιο σορόπι, δικαιολογήθηκαν όπως όπως στον Καπάνταη για την αργοπορία τους και έτρεξαν κατά βάρδιες να ανάψουν και το καθιερωμένο κεράκι τους στο εκκλησάκι. Προσευχήθηκαν από μέσα τους και παρακάλεσαν τον ¨Αγιο να τους συγχωρέσει που δεν μπόρεσαν να παραβρεθούν και στη λειτουργία του και επέστρεψαν στο Πρίνο. Στρογγυλοκάθισαν όπως μπορούσαν αναπαυτικά στον τόπο τους και άρχισαν να γουργουρίζουν τα φυσερά και να τσουγκρανούν τις κόρδες μέχρι να συγχρονιστούν και ‘’στρώσουν’’ τα χείλη τους.Αντάλλαξαν βουβές ματιές απορίας μεταξύ τους και μ’ ένα νόημα του Κάπα άρχισαν το πρώτο μαρσάκι.

Τη στιγμή τούτη τα πάντα σώπασαν. Οι θαμώνες, που στο μεταξύ άρχισαν να κατακλύζουν τα μέρη γύρω στο Πρίνο και έπιαναν τόπο για να καθίσουν και να γλεντήσουν, αψοφώναζαν κιόλας μέχρι να τους περιποιηθούν ο Μονομάτης με τ’ αφεντικό του. Ο Κάπας έπαιρνε τις χοντρές παραγγελιές και ο παραγιός τα σχετικά με τα πιοτά και τα ορεκτικά. Μπαίνοντας στον αυλόγυρο και νέοι πανηγυριώτες δημιουργούσαν όλοι τέτοιο πανδαιμόνιο, που έλεγες θα τα χάσουν τα λογικά τους και πελάτες και αφεντικά. Όμως δεν έγινε τίποτα από τούτα. Η φασαρία μεγάλωνε και η δουλειά φούντωνε ακόμα περισσότερο. Όταν πάλι άρχισαν τα όργανα να κουρδίζονται και να στρώνουν, ένα γεμάτο χαρά επιφώνημα ξέφυγε απ’ τα στήθεια του κόσμου που φιλοξενούσε ο κατοχρονίτης Πρίνος. Τούτος ο πανηγυρισμός έπαιρνε μια τελετουργική διονυσιακού περιεχομένου μορφή. Όλες οι φαμίλιες των νοικοκυραίων απλώνονταν κάτω απ’ τα μεγάλα δασιά κλαδιά του δέντρου, από τις πιο φτωχικές και πολυάνθρωπες μέχρι και τις αρχοντικές. Ακόμα αξίζει να σημειωθεί πως τούτη τη μέρα όλοι ξεδιπλώνουν το κέφι τους και οι πιο φτωχοί που τις άλλες μέρες φαίνονται σκεφτικοί, μέσα στο καβούκι τους σαν τη χελώνα και οι πιο βασταζούμενοι το ίδιο, σε τούτο το ξεφάντωμα όλοι αυτοί αποτελούν τη φωτιά στο πλατύ λαδολύχναρο.Οι αρχοντάδες στην αρχή κάθονταν κουμπωμένοι και σοβαροί στις διαλεγμένες θέσεις τους και μέσα από τα μικρά στρογγυλά μυωπικά γυαλάκια τους προσπαθούσαν να αναγνωρίσουν τους χθεσινούς εργάτες τους και υποταχτικούς τους ανάμεσα στο ανθρωπομάνι που είχαν μπροστά τους, τους κεφάτους, τους χαρούμενους και τους ευτυχισμένους. Δεν ήταν αυτοί που έβλεπαν χθες, οι κακομοίρηδες και οι σκεφτικοί, οι συνοφρυωμένοι και οι μονόχνωτοι, αυτοί εδώ έσφυζαν από χαρά και ευτυχία, ανέμελοι και γελαστοί, χωρίς παράπονα, βάσανα και πόνους.

Και σαν τακτοποιήθηκαν οι πρώτες απλωταριές των ανθρώπων στον παχύ ίσκιο του Πρίνου, ήταν πια καλά μεσημέρι. Μπροστά σε κάθε οργανωμένη παρέα υπήρχαν όλα τα καλά. Ψημένα κρέατα, ψωμιά, ορεκτικά και όλα εκείνα τα συμπληρώματα του πλούσιου τραπεζιού. Μέσα σε χωματένιες κανάτες κουβαλούσε ο Γιαντίκος το ντόπιο μπρούσκο κρασί και μέσα στα χαλκωματένια δραμάκια το σπιρτόζικο ρακί και αυτά τα δυο πιοτά ευθύνονταν για όλη την ευθυμία και τη ξεγνιασιά των χαροκόπων.Όμως μέσα σε τούτα δεν πρέπει να αγνοηθεί και η σημασία της μουσικής κομπανίας που με τους μεθυστικούς ρυθμούς και τις μελωδίες ξεσήκωνε τα κέφια και θόλωνε τα μυαλά. Απέναντι από τη μουσική καθόταν και έδινε όρντινα ο γερο-Μπανέτος. Ο μονόφθαλμος αυτός χιονισμένος πάσαλος που έμοιαζε νά’ χει πολλά μοιασίδια με το στοιχειό που ήταν φυτρωμένο δίπλα του και είχε δει τόσα πολλά σε τούτη τη μεριά του κόσμου, που η μοίρα του τον έριξε να διαφεντεύει ανθρώπους και ζώα και πράματα περαστικά, έστεκε κι αυτός παρόμοια όρθιος με το διπλανό θεριό, γιατί και τούτος θεριό ήταν ριγμένο απ’ την ίδια μοίρα σε τούτο το ερημικό μέρος να διαφεντεύει με τη σειρά του και να αντιστέκεται στα χίλια μύρια φυσικά φαινόμενα και να τους επιβάλλει στο τέλος τη δική του θέληση κι ορμήνεια.

Ο μικρόσωμος λοιπόν αυτός Κύκλωπας ήταν ο συντονιστής και ο άγρυπνος κουμανταδόρος σε όλο τούτο το ανθρώπινο ξεφάντωμα. Με το μοναδικό του μάτι, σαν το μάτι του Θεού, παρακολουθούσε τα πάντα απ’ τα πιο σοβαρά και σημαντικά, μέχρι τα πιο ασήμαντα και αδιαφόρετα. Ετούτος ο έμπειρος σ’ αυτή τη δουλειά, με μια λέξη μονολεκτική που πετούσε στο γιο του τον Καπάνταη, έδινε την κίνηση σε άπειρες ενέργειες. Με ένα κούνημα του χεριού του ή ακόμα περισσότερο και του μικρού του δάχτυλου, κινητοποιούσε στο λεπτό όλες τις δυνάμεις και προλάβαινε να καταλαγιάσουν τυχόν φασαρίες που μπορούσαν να χαλάσουν την όμορφη αυτή σύναξη, αλλά και να δημιουργήσουν ατμόσφαιρα εορταστική.

Οι οργανοπαίχτες είχαν πια όλοι συγχρονιστεί. Τα χείλη είχαν στρώσει στα φυσερά και τώρα οι νότες έβγαιναν καθαρές και με όλη εκείνη τη μελωδία που το συνταίριασμά της πραγματοποιεί την ευχάριστη αυτή ατμόσφαιρα του κεφιού και της ευθυμίας Τα μαρσάκια σε στυλ ευρωπαϊκό είχαν πια σταματήσει. Ήταν πια κατάλληλη η ώρα του κεφιού με το αίμα να βράζει ανακατωμένο με το σπίρτο του πιοτού μέσα στο κάθε ανθρώπινο καζάνι.Ανέβαινε κυκλοφορώντας φυσιολογικά και στο κεφάλι, έμπαινε μέσα στον εγκέφαλο, θόλωνε το νού του καθενός και του παρουσίαζε μια εξωπραγματική υπόσταση. Ο φτωχός στη στιγμή μεταμορφωνόταν στον πιο πλούσιο της γης. Ο κατατρεγμένος απ’ τη μοίρα και την τύχη, γινόταν ο πιο ενθουσιώδης και καταφχαριστημένος από τη ζωή. Ο τύπος που σε κάθε στιγμή στέκει αναποφάσιστος και διστακτικός, παίρνει τέτοιες αποφάσεις και πρωτοβουλίες την ώρα τούτη που θα τις ζήλευε και ο πιο τολμηρός τυχοδιώκτης της υφηλίου. Ο πιο ήσυχος και ο πιο μαλακός σε όλες τις καθημερινές του εκδηλώσεις, μετατρέπεται ξαφνικά στον εκνευριστικά εριστικό τύπο που δεν τον αναγνωρίζουν ούτε τα πρόσωπα του στενού οικογενειακού του περιβάλλοντος.Τα πιο απίθανα πράγματα μπορούν να συμβούν , όταν το πιοτο με το σπίρτο συνταιριάξουν. Παρουσιάζονται πάρα πολλοί παλληκαράδες του γλυκού νερού, πολλοί παντογνώστες και πολύξεροι άσχετοι με όλα αυτά τα θέματα που καταπιάνονται και πολλά άλλα φαιδρά και ευτράπελα εδώ και στο πιοτό θα συναντήσεις.

Τέτοια θαύματα πραγματοποιεί το άτιμο το πιοτό με το σπίρτο και τη γλύκα του. Στην όμορφη αυτή στιγμή της διονυσιακής έξαρσης ο γερο-Μπανέτος κούνησε το μαγικό του χέρι κάθετα και προς το μέρος της μουσικής κομπανίας Σημάδι πως ο δείχτης στο γραδόμετρο έδειχνε ακριβώς την ώρα και τη στιγμή που πήζει το γάλα. ¨Ηξερε τούτος και απ’ την παλιά του πείρα σ’ αυτά τα θέματα αλλά και από τη θερμοκρασία που επικρατούσε στη σημερινή ατμόσφαιρα του Πρίνου.

Οι πέντε μουσικοί ένοιωσαν αμέσως το νεύμα του γέρου και αμέσως ο βρακοφόρος με το βιολί με μια απότομη, όμως γεμάτη χάρη κίνηση του δεξιού χεριού τράβηξε μαλακά το ρετσινομένο δοξάρι του πάνω στις χορδές του βιολιού του, που ήταν καμωμένες από νεύρο διάφορου μεγέθους τις έκανε να αναστενάξουν γλυκά και να κλάψουν με τούτο το μαλακό σούρσιμο.Τίναξε και τον ώμο του ρυθμικά, δίνοντας έτσι το τέμπο του μουσικού κομματιού.Κοντά σ’ αυτόν σαν να ζήλεψαν τα δυο φυσερά πήραν μέσα τους τον μελωδικό αγέρα, τον στριφογύρισαν στα λαβυρινθώδη σωληνάρια, τον τερέτισαν και τον έσπρωξαν έξω απ’ τα χωνιά τους γεμίζοντας έτσι τον εξωτερικό αγέρα της ατμόσφαιρας με τα κεφάτα και αρμονικά μόριά τους. Πάνω στο προηγούμενο ρυθμικό τίναγμα του βιολιτζή συγχρονίστηκε το τουμπελέκι και το χτύπημα της βεργούλας πάνω στο τραγίσιο τομάρι το έκανε να τρέμει και να πάλλεται σε κανονικά χρονικά διαστήματα. Τελευταίος έδωσε την παρουσία του στη πραγματοποίηση αυτής της μουσικής οντότητας ο κάτοχος του τραπεζοειδούς οργάνου, που γιαλιστερό καθώς ήταν σ’ όλες τις πλευρές και στις ξύλινες αλλά και στο συρμάτινο πλέγμα του, φάνταζε σαν ένα χρυσό στημόνι αργαλειού.Τα δυο ξυλαράκια χοροπήδησαν ελαστικά πάνω στα πεντάδιπλα σύρματα διαλέγοντας τα κατάλληλα τα λεπτοκαμωμένα χέρια του νεαρού με το ψαθάκι.

¨Ηταν νιούτσικος, απ’ όλους ξεχώριζε.Το ψαθάκι ήταν καινούρια μόδα της εποχής και όλοι τούτοι οι παιγνιδιάτορες την μάθαιναν τη μόδα γρήγορα και ήθελαν να την εφαρμόζουν. ¨Ηθελαν να είναι εμφανίσιμοι, τι διάολο, σε κόσμο παρουσιάζονταν, μπορούσαν να είναι παρακατιανοί;Το λεπτό γιλεκάκι πάνω απ’ το ψιλό υφαντό πουκάμισο με τις ροζέ ρίγες, πολύ του πήγαινε του αμούστακου παλληκαριού.Και τα χέρια του, λεπτά, καθαρά, αδούλευτα, έδειχναν άτομο που τα πρόσεχε πολύ και δεν τα έβαζε σε σκληρές δουλειές.Ναι, ήταν νιος ακόμα, αλλά για την εμφάνισή του αυτή έπαιζε ρόλο και το δικό του προσωπικό ενδιαφέρον. Τα δυο ξυλαράκια παρουσιάζονταν σαν φυσική συνέχεια στα δάχτυλά του και οι κινήσεις ρυθμικές και ανάλογα μελωδικές στις εναλλαγές των χτυπημάτων των χορδών και η αρμονία απλωνόταν παντού σε άψογο συνδυασμό ήχων και συγχρονισμό με τα υπόλοιπα όργανα.

Οι άλλοι δυο με τα φυσερά νέοι σχετικά και αυτοί, αλλά μεστωμένοι πια και καλοθρεμένοι για να μπορούν να φυσούν και να κουμαντάρουν με τα πνεμόνια τους τον αγέρα και αυτός πάλι με τη σειρά του να βρίσκει τα κατάλληλα ανοίγματα στο όργανο και να φεύγει, βγάζοντας τους αρμονικούς ήχους και να πλουτίζει τη μελωδία και να συνεργάζεται με τα άλλα όργανα.

Στρογγυλοκαθισμένοι πια στο καλύτερο μέρος, γι’ αυτούς αρχίζει τώρα η δουλειά και για όλους τους άλλους το γλέντι. Η τέχνη να παίζεις όργανο είναι μεράκι. Χωρίς αυτό η ενασχόληση με τη μουσική καταντά αγγαρία και γρήγορα τα παρατάς, αν το σκεφτείς έτσι. Οι οργανοπαίχτες βλέπουν ευχαρίστηση σ’ αυτή τη δουλειά και γι’ αυτό καταπιάστηκαν μ’ αυτό.Βέβαια χρειάζεται και ταλέντο, αντίληψη και επιμονή, άν και θα λέγαμε πως περισσότερο η υπομονή θα φέρει το ποθούμενο αποτέλεσμα Μαθήτεψαν κοντά σε παλιούς μαστόρους πάρα πολλοί, αλλά λίγοι εξακολούθησαν και βγήκαν έξω και επαγγελματικά.Όχι ότι πλούτισαν, αλλά ζούσαν ευχάριστα, παράλληλα με τις άλλες δικές τους δουλειές στα κτήματα και αλλού.

Σήμερα στο πανηγύρι του Πρίνου,-παραλληλίστηκε το πανηγύρι του Αγιού – Γιαννιού με τον τόπο που γινόταν, και ήταν και το εννοούσαν ένα και το αυτό πράγμα-, υποσχέθηκαν στον εαυτό τους να τα δώσουν όλα, να χαρεί ο κόσμος, να γλεντήσει, ύστερα από τη βαρυχειμωνιά και την κοπιαστική δουλειά με τις ελιές. Περίμεναν βέβαια και την ανταμοιβή τους, που θα ήταν γενναία και ικανοποιητική.

Ο γερο-Μπανέτος είχε δώσει το όρντινο και οι μουσικοί υπακούοντας άρχισαν πια την κανονική σειρά. Πρώτα ο συρτός και αυτός πάλι διαλεχτός από τον πρώτο χορευτή. Πολλά τα είδη του συρτού, ανάλογα τι διάταζε ο καθένας. Συνέχιζε ο μπάλος, χορός αλιμπερτός, ελεύθερος και ο αυτοσχεδιασμός πολυποίκιλος και στο χορευτή και στο μουσικό. Ο καλλίφωνος χορευτής εδώ ξεχώριζε. Το μεράκι του, ανάλογα το καημό και το ντέρτι του, ο πόνος, η χαρά, ο έρωτας, η λύπη, η θλίψη, η μελαγχολία, το παράπονο, όλα τούτα γίνονταν τραγούδι—μανεδάκι μακρόσυρτο μελωδικό—στα χείλη του τραγουδιστή—χορευτή, έπαιρναν ζωή και αντιλαλούσαν οι λαγκαδιές μέχρι κάτω τον ποταμό. Και η ικανοποίηση φαινόταν, κόκκινα μάγουλα, ανοιγοκλείσιμο και υπερένταση στα μάτια, το χέρι στο αυτί, να αφουγκραστεί και να χαρεί το άκουσμα και ο ίδιος. Αποκαμωμένος από το σφίξιμο, τα χέρια ριγμένα κάτω σαν παράλυτα και λοξοκοιτάζοντας τελειώνει το μανεδάκι του, ενώ τα όργανα που τον σιγοντάρουν σε όλη αυτή τη διαδικασία είναι έτοιμα να επαναφέρουν στο μπάλο όλο το σύνολο του χορού.

Συνεχίζεται ο χορός με τους αντικρυστούς σκοπούς, ζευγαρωτούς και στολισμένους με εξαιρετικές φιγούρες, ανάλογες με τον τεχνίτη χορευτή. Τα ζεϊμπέκικα θα ακολουθήσουν με τον λεβέντικο και παλληκαρίσιο τόνο από τους νιους του χωριού ή και τους μεσόκοπους μερακλήδες. Ο καλαματιανός μαζί με το συρτό θα ξεσηκώσει κυρίως το γυναικείο πληθυσμό και μάλιστα ομαδικό ξεφάντωμα με τα στριφογυρίσματα και τις φούστες τις κλαρωτές να ανεμίζουν τα χρώματά τους με τους ρυθμούς.

Όλοι στο πανηγύρι είχαν κάτι ιδιαίτερο να παρουσιάσουν και στο χορό. Μόλις οι οργανοπαίχτες ξεκίνησαν ένα τσιφτετέλι ανατολίτικο, ένας λεπτοκαμωμένος μεσόκοπος πετάχτηκε σαν ελαστική μπάλλα και ολωνών τα βλέμματα έπεσαν πάνω του. Χόρευε και λικνιζόταν τόσο τέλεια, τόσο ρυθμικά στον τόνο της μουσικής, αλλά και τόσο απρόβλεπτος στις φιγούρες του. Το τσιφτετέλι δεν είναι τόσο ανδρικός χορός, όσο γυναικείος και πάλι όχι για όλες τις γυναίκες. Φημίζεται για μερικές επαγγελματικά ασχολούμενες, αεράτες και λεπτοκαμωμένες, με ένα ιδιαίτερο ταλέντο και φινέτσα στην κίνηση, με λικνίσματα που αρχίζουν από το κεφάλι, τα χέρια, τα μαλλιά, τα μάτια και το λαιμό, κατεβαίνουμε με άνεση στα στήθεια, την κοιλιά , τους γλουτούς και τα βήματα ως επί το πλείστον, τα πάντα χορεύουν και κινούνται σαν αυτόματα ευέλικτα συστήματα μηχανής. Τούτος όμως ο ανθρωπάκος τον χορό αυτόν τον έκανε δικό του, με τους δικούς του αυτοσχεδιασμούς, στα δικά του βήματα και σκέρτσα. Το αποκορύφωμα όμως όλων ήταν το πιο απίθανο, το πιο απρόβλεπτο και για πολλούς –τί πολλούς—για όλους ακατόρθωτο. Πάνω στο ρυθμό, πάνω στα διάφορα σκέρτσα του χορού, δίνει μια και με μια γερή αναπνοή, το ένα του πόδι βρίσκεται αυτόματα πάνω στο σβέρκο του, και ο χορός συνεχίζεται, με ένα πόδι μοναδικό σαν το πόδι του πελαργού, να σηκώνει όλο το σώμα και να χορεύει στο ρυθμό και στον τόνο της μουσικής.

Μόλις επιχειρούσε να το πετύχει όλοι χειροκροτούσαν, όλοι παρότρυναν, όλοι επευφημούσαν και θαύμαζαν το γεγονός. Μόλις πετιόταν επάνω και έμενε με το ένα πόδι στο χορό, ξαφνικά σαν το μαχαίρι που κόβει ένα νήμα, σαν το μαχαίρι που κόβει, κόβονταν όλα. Οι φωνές, οι επευφημίες, τα παλαμάκια, κόβονταν κι αυτά μαχαίρι. Αυτή η βουβή σιωπή, ήταν ο θαυμασμός. Ήταν η καταξίωση και ο έπαινος. Μόλις κατέβαζε το πόδι, όλα άρχιζαν πάλι μέσα στο πανδαιμόνιο του χορού, της φασαρίας και της διασκέδασης.

Αυτός ήταν ο χορευτής, αυτός ήταν ο ακροβάτης, ο επιδέξιος υπερκινητικός και αιλουροειδής γλεντζές, ο Σταύρος ο Γκιολές με τις γκέλες και τα παιγνίδια του. Ο χορός του δεν σταματούσε εδώ. Μ ‘ ένα πήδημα συνέχιζε τις ατομικές φιγούρες με το διπλογάντζωμα με τα πόδια στο οριζόντιο κλαδί του Πρίνου και με το σώμα και το κεφάλι κάτω , συνέχιζε να λικνίζεται στο ρυθμό της μουσικής μέχρι που το πρόσωπό του κοκκίνιζε από την υπερένταση και την προσπάθεια να τακτοποιήσει όλες τις φιγούρες ανάσκελα με το κεφάλι κάτω. Αυτός ήταν ο Σταύρος, ο χορευτής στο Πρίνο, που έκλεβε κάθε χρόνο την παράσταση.

Το γλέντι στο Πρίνο συνεχίζεται με χορούς και χαροκόπια. Εντυπωσιακός γίνεται ο χορός στον καλαματιανό που έσερναν όλα τα κορίτσια του χωριού, λεύτερα τα περισσότερα και στο κέρασμα μοιράζονταν τα λουκούμια με τα κασελάκια. Στο κάθε γύρισμα του χορού τα λουκουμάκια σαν κέρασμα τα πετούσαν σε μια μεριά και γινόταν πόλεμος με τα πιτσιρίκια, ποιός θα αρπάξει τα περισσότερα. Ήταν πραγματικά όμορφα χρόνια τα αναπολούμε με νοσταλγία.

Ο γερο-Μπανέτος είναι καταχαρούμενος και το μοναδικό του μάτι τρεμοπαίζει από ευτυχία. Δεν τον ένοιαζε το κέρδος, τον ένοιαζε μόνο νά’ χει δουλειά, να φαίνεται το νταραβέρι.

--Εγώ, έλεγε, θέλω να μπαίνουν στο μαγαζί πελάτες κι ας μην πίνουν ούτε καφέ , ούτε ρακί. Ν’ αφήνουν μόνο το χώμα απ’ τα παπούτσια τους. Γιατί θα δουν πως ο καφενές έχει κόσμο, θα μπούν κι άλλοι πελάτες μέσα και θα αφήσουν τον οβολό τους. Αυτή ήταν η φιλοσοφία του και το ίδιο έκανε και ο γιος του ο Καπάνταης. Ετούτος πάλι είχε και μερικές άλλες ιδιοτροπίες. Χρησιμοποιούσε το παράδειγμα με τις μέλισσες. Όσο πιο πολλά λουλούδια γυρίσουν οι εργάτριες, τόσο περισσότερο μέλι θα βγάλουν. Με όσο περισσότερα ασχολείσαι, τόσο περισσότερα κερδίζεις. Ήταν πολυμήχανος και ευρηματικός. Μέχρι ένα σημείο το είχε πετύχει. Είχε το λατόμι, βοσκοτόπια, τσαμπασλίκια και νταραβέρια με ζώα, τυροκομιά, όλα περνούσαν απ’ τα χέρια του. Στο τέλος, επισφράγισμα όλων αυτών, το λεγόμενο μπακάλικο και καφενές , που έγινε με διαταγή του χωροφύλακα, τσανταρμά-εφέντη, σαν να ζούμε ακόμα με τους Τούρκους και χειρότερα, ‘’Καφενείον και Παντοπωλείον’’, με ταμπέλα μεγάλη και φανταχτερή, που την καμάρωνε ο Κάπας, ας ήταν επιβεβλημένη να τοποθετηθεί με το ζόρι, δια της βίας από τον χωροφύλακα, για να πάρει άδεια!!

--Αλλιώς θα σε γράψω!

Και το γράψιμο αυτό σήμαινε πρόστιμο πολλές φορές και δικαστήρια και άλλα τέτοια. Μεγάλος μπελάς και συγχρόνως μπαμπούλας ο χωροφύλακας τότε. Στα δύσκολα χρόνια που ο καθένας ζητούσε πως και πως να εξοικονομήσει κανένα μεροκάματο, να επιβιώσει αυτός και η φαμίλια του , πάντα ειχε το άγχος και τη στεναχώρια για όλα. Το τί πίστευες πολιτικά το πλήρωνες με ξύλο, ταλαιπωρία, φυλακές και εξορίες. Κοινωνικά αγαθά που έπρεπε να σου προσφέρει η πολιτεία, ασφάλεια, υγεία και παιδεία, θα μπορούσαμε να πούμε πως ήταν μόνο για λίγους. Γι’ αυτούς που είχαν και μπορούσαν να ξοδεύουνΕίχες δυο ζώα για κρέας και γάλα, έπρεπε να τα φυλάς καλύτερα κι απ’ τα παιδιά σου. Είχες δυο κότες κι ένα κόκκορα, αν έβγαιναν μια φορά απ’ το κοτέτσι , τις έβρισκε ο αγροφύλακας, άλλος αλαζόνας κι αυτός της εξουσίας, σου τις σκότωνε έτσι ‘’εν ψυχρώ’’. Αν έλεγες πως ήταν και δικές σου, ή να διαμαρτηρηθείς, σε έκανε μύνηση, δικαστήρια και πρόστιμο.

Πώς να σηκώσουν κεφάλι οι φουκαράδες οι άνθρωποι; Ζούσαν , αλλά πώς ζούσαν. Τό’ ριχναν κι αυτοί στο πιοτό και στο τραγούδι, πού και πού στο χορό και το γλέντι, λέγαν τα βάσανά τους και περνούσαν λίγες ώρες ευτυχισμένοι χωρίς σκοτούρες και στεναχώριες. Γι’ αυτό τα πανηγύρια και οι γιορτές ήταν μια ανάπαυλα, ήταν ένα ξέσπασμα και μια ξενοιασιά.

Δυστυχώς, πολλοί ήταν και αυτοί που εκμεταλλεύονταν αυτή την κατάσταση και συμμαχούσαν με την εξουσία και πλούτιζαν εις βάρος των άλλων, των λίγων , των ανήμπορων και των κατατρεγμένων.

Το απόγεμα στον Πρίνο είναι μαγευτικό. Ο ήλιος προς το γέρμα του βάφει με χίλια χρώματα τον ουρανό, από το μπλε και μενεξεδί στο κίτρινο χρυσό του ήλιου που καταλήγει στο βαθύ κόκκινο της φωτιάς.

Ένας ένας, παρέες παρέες μαζεύονται οι γλεντζέδες και κατηφορίζουν στο χωριό. Εκεί θα συνεχιστεί το χαροκόπι και γι’ αυτό έχει πάλι φροντίσει ο γερο- Μπανέτος με το γιο του. Είχαν φορτώσει τα δυο μουλάρια με αρκετά από τα συμπράγκαλα του κινητού καφενέ και ο Γιαντίκος θυμωμένος πάλι που του κόβαν το πανηγύρι στη μέση, τα λάλησε γοργά και τα κατέβασε στο χωριό. Εκεί άπλωσαν πάλι όσες καρέκλες είχαν, βάλανε και σανίδες γύρω γύρω σε αυτοσχέδιους καναπέδες και περίμεναν τους πανηγυριώτες να συνεχίσουν το γλέντι.

Τελευταίοι τα μάζεψαν οι μουζικάντηδες. Είχαν μπλέξει με δυο τρεις μπελαλήδες τζαμπάζηδες που διάταζαν τον ένα σκοπό μετά τον άλλον και δεν έλεγαν να σταματήσουν. Και η κομπανία δεν μπορούσε να φύγει και να τους αφήσει, γιατί λίγο το είχαν να τα κάνουν όλα γυαλιά καρφιά σε φασαρία που δεν ήθελαν ούτε οι καφετζήδες ούτε οι μουσικοί. Η αλήθεια ήταν ότι πλήρωναν καλά και γλεντούσαν. Μέχρι τώρα τα μισά χρήματα που πήραν απ’ τα παζάρια τα ξόδεψαν σε πιοτά και μουσικές.

--Χαλάλι τους όμως, εμάς μας αρέσει αυτό που κάνουμε. Αύριο θα βρούμε άλλα ζώα και θα βγάλουμε άλλα χρήματα. Γεροί να’ μαστε !

Πήρε να βραδιάζει και όλοι αγαπημένοι λάκισαν προς τα κάτω για να συνεχίσουν αδερφωμένοι όλοι τη διασκέδαση. Η όρεξη δεν τους έφυγε καθόλου και ούτε κουράστηκαν απ’ το χορό και το πιοτί. Το αποσπερνό αγεράκι τους ξαναζωντάνεψε και τους ανανέωσε τη διάθεση. Τα γλέντια τους μας θυμίζουν τα λουκούλλεια γεύματα σε πανάρχαιους χρόνους, όπου οι άνθρωποι ευχαριστιόντουσαν και συνέχιζαν ξανά και ξανά τη γιορτή. Έτσι και οι δικοί μας γλεντζέδες, κατέβαιναν στο χωριό και συνέχιζαν σαν να ήταν η αρχή, καινούρια μέρα, καινούρια διασκέδαση.

Οι μουζικάντηδες ήταν οι τελευταίοι που εγκατέλειψαν τον Πρίνο και τον Άγιο. Τώρα που βρήκαν την ησυχία τους, μπήκαν μέσα στο εκκλησάκι και με ανείπωτη ευλάβεια έκαναν το σταυρό τους και ευχαρίστησαν τον Άγιο που τους βοήθησε να δουλέψουν καλά και να βγάλουν το μεροκάματό τους. Ευχήθηκαν ανάμεσό τους να τους έχει γερούς και του χρόνου να ξαναβρεθούν στη χάρη του.

Φορτώθηκαν πάλι τα όργανά τους και κατηφόρισαν για το χωριό. Τώρα, αν και κουρασμένοι από το ολοήμερο γλέντι, που γι’ αυτούς ήταν πολύ εξαντλητικό και εξουθενωτικό θα λέγαμε, τώρα το περπάτημα για το κατέβασμα ήταν ένα είδος ευχαρίστησης, επειδή ο κατήφορος τους βόλευε και τους ξεμούδιαζε από το πολύωρο και υπερεντατικό’’ καθισιό’’. Θα ήταν ειρωνεία να λες πως κουράζεσαι από το καθισιό, κι όμως έτσι ήταν. Όταν σ’ έχουν τόσες ώρες καθηλωμένο σε μια θέση με κινήσεις και σε μέρος που λίγο σε βολεύει, αυτό είναι τρομαχτικά κουραστικό. Στο πανηγύρι στο Πρίνο, φυσικά δεν μιλούμε για ανέσεις. Όλοι είχαν απλωμένα τα συμπράγκαλα τους πάνω σε πλατειές κουρελούδες, από το καφετζή μέχρι τους πανηγυριώτες και φυσικά και οι μουσικοί. Αυτοί βολεύτηκαν όπως όπως, άλλοι πάνω σε καμιά πλατειά πέτρα, για να είναι υπερυψωμένοι, άλλοι άπλωσαν τα πόδια τους χάμω και το πιο κουραστικό ήταν πάλι το σαντούρι, που έπρεπε να το έχει μπροστά του, πάνω στα πόδια του για να μπορεί να παίζει όσο γίνεται πιο ξεκούραστα.

Κατηφόριζαν και σιγοκουβέντιαζαν για πολλά θέματα, είτε επίκαιρα του πανηγυριού είτε και για άλλα άσχετα, με τα κλαδέματα, με τις βοσκές και τέτοια. Έλεγαν και για τη συνέχιση του γλεντιού στο χωριό να μη βρεθεί κανένας ανάποδος και απαιτητικός, παράλογος γεντήμπελας και τους χαλάσει το πανηγύρι. Γιατί το βράδυ πια, όλοι μεθυσμένοι και ταλαιπωρημένοι θα ζητούν πράματα και θάματα. Άς είναι, ας ευχηθούμε όλα να πάνε καλά και να γλεντήσει ο κόσμος. Τη χρειάζεται πολύ τη ψυχαγωγία μιας και δεν υπάρχει τίποτα άλλο για διέξοδο.

Έφτασαν όλοι πια στο χωριό και στο καφενείο του Μπανέτου το γλέντι θα άρχιζε, ή μάλλον θα συνεχιζόταν. Υπήρχαν φήμες πως θα’ ρχόταν κι άλλη μουσική στο παραπέρα καφενείο. Αυτό ανησύχησε λίγο τους οργανοπαίχτες μας μιας και ήταν ντόπιοι ήθελαν να δουλέψουν μόνοι τους, γιατί αν ερχόταν κι άλλη μουσική η δουλειά θα μοιραζόταν . Από την άλλη πάλι θα άκουγαν κι άλλους επαγγελματίες μουσικούς από άλλα μέρη πιο κατατοπισμένους και από αυτούς περίμεναν να μάθουν κανένα καινούριο σκοπό.

Μέσα σε όλα τα επαγγελματικά είχαμε πολλές φορές και ευτράπελα. Κάποτε στείλανε έναν οργανοπαίχτη για δουλειές στο διπλανό κεφαλοχώρι—φημιζόταν για τους μουσικούς του—και του είπαν να πάει στους γνωστούς τους, γιατί πολλές φορές συνεργάστηκαν σε δουλειές και να μάθει κανένα καινούριο σκοπό. Στην επιστροφή, κοντά ώρα δρόμο, ο καλός μας αφαιρέθηκε και ξέχασε το σκοπό. Τι να κάνει , γυρίζει πίσω, τον ξαναφρεσκάρει και, σ’ όλο το δρόμο ο καημένος τον σιγοσφύριζε συνέχεια μην και τον ξαναξεχάσει .

Ανοιξιάτικη μέρα προς την καλοκαιρινή, αργεί να βραδιάσει και το σκηνικό είναι όμορφο και συνάμα ρομαντικό. Κουρασμένοι ή όχι όλοι, οι άνδρες πρώτα πιάνουν θέση και τραπέζι για να κατέβουν αργότερα και οι γυναίκες. Σπάνια έβγαιναν στο καφενείο οι γυναίκες. Δεν το θεωρούσαν σωστό να φεύγουν από το σπίτι χωρίς λόγο. Σήμερα όμως το καλούσε η μέρα για το πανηγύρι και οι άνδρες τους. Θα χαιρόντουσαν και αυτοί διπλά έχοντας στο πλάι τους τα ταίρια τους. Σε άλλες παρόμοιες εκδηλώσεις, γλέντια περιστασιακά, οι γυναίκες καθόντουσαν και παρακολουθούσαν από μακριά, από απόσταση. Σήμερα ήταν κάτι το διαφορετικό, ήταν σαν να γινόταν γάμος και συμμετείχαν όλοι.

Τα όργανα ζεστάθηκαν με τις ανάσες των μουσικών, τα χέρια ξεμούδιασαν από το απογεματινό διάλειμμα και νάσου πάλι τώρα , αρχίζοντας από τα ρυθμικά χαρούμενα μαρσάκια και προχωρώντας στα παραδοσιακά ντόπια και μελωδικά το γλέντι άναψε για τα καλά. Συρτά , καλαματιανά και καρσιλαμάδες όλοι οι χωριανοί παρουσίασαν το χορευτικό τους ταλέντο, με αυθορμητισμό και χάρη, ιδιαίτερα οι γυναίκες και τα κοριτσόπουλα. Ύστερα άρχισαν τα βαριά ζεϊμπέκικα κάθε λογής, από απλά ρυθμικά μέχρι τα ασίκικα εκείνα τα μερακλίδικα που σε συνεπαίρνουν και σε ξεσηκώνουν. Με τη σειρά ήρθαν και μερικά τσιφτετέλια και χασαποσέρβικα με αποκορύφωμα τον τελευταίο, το γρήγορο, τον’’ ανεγκασκό’’. Αυτό είναι ένα συνηθισμένο ‘’πακέτο’’ χορευτικό σύνολο για πανηγυριώτικο πρόγραμμα. Βέβαια πολλές φορές το πρόγραμμα αυτό αλλάζει, ανάλογα τα κέφια του χορευτή, ο οποίος ‘’διατάζει’’ και άλλους χορούς που του αρέσουν είτε του ίδιου είτε της παρέας του. Συμβαίνει καμιά φορά να απολαμβάνονται χοροί και από όλη την επικράτεια, βλάχικα, τσάμικα, κρητικά, μέχρι και μοντέρνοι υποτυπώδεις ρυθμοί. Πολύ παλιά, σε άλλες εποχές ακούγονταν και ‘’ευρωπαϊκά’’, βαλς, ταγκό, φοξ και άλλα τέτοια παρόμοια.

Αργά αργά, καθώς περνούσαν οι ώρες, αρκετοί ως επί το πλείστον γυναίκες αρχίζουν να αποχωρούν, γιατί είχαν πια κουραστεί και η διασκέδαση έχει και αυτή τα όριά της. Οι άνδρες όμως και περισσότερο όσοι το είχαν στο αίμα τους , να γλεντούν και να διασκεδάζουν χωρίς σταματημό, δεν ήθελαν και σήμερα να εγκαταλείψουν τον αγώνα. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους πραγματικούς γλεντζέδες, τους απονήρευτους και χωρίς κακίες και υστεροβουλίες, υπήρχαν δυστυχώς και μερικοί γεντήμπελάδες, που όχι ότι ήταν κακοί χαρακτήρες, αλλά να μέσα από το πιοτό τους προσπαθούσαν να βγάλουν τα απωθημένα τους, είτε κομπλεξικά σκεφτόμενοι, είτε πραγματικά ήθελαν σώνει και καλά τώρα πάνω στο μεθύσι τους να λύσουν τυχόν διαφορές με κάποιον και τότε με ένα υπονοούμενο ή μια παραπανίσια κουβέντα η φασαρία άρχιζε. Όμως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις οι εθελοντές και οι καλόβουλοι που δεν ήθελαν να χαλάσει το γλέντι, έμπαιναν στη μέση και δήθεν παίρνοντας το μέρος του παρεξηγημένου, κατάφερναν να εξισορροπούν τα πράγματα και τέλος καλό όλα καλά.

Οι φασαρίες που πολλές φορές οδηγούσαν και σε καβγάδες, άρχιζαν τόσο ξαφνικά και απρόοπτα που κανένας δεν θα μπορούσε να φανταστεί. Η σειρά του χορού ήταν ένα συνηθισμένο φαινόμενο, ποιος θα χορέψει, αν είναι δική μου σειρά ή δική σου και πάει λέγοντας. Όλα τούτα γίνονται τις μεταμεσονύκτιες ώρες, τότε που όλοι πια κουρασμένοι και απαιτητικοί δεν συμβαδίζουν, δεν μπορούν να συνεννοηθούν, άλλοι ζητούν σκοπούς που πιθανόν να μη γνωρίζουν οι μουσικοί , άλλοι ζητούν το ένα τραγούδι μετά το άλλο, εκνευρίζουν και τους πελάτες και τους μουσικούς. Εδώ φαίνεται η μαεστρία του έμπειρου οργανοπαίχτη μαζί με την τέχνη του που αυτοσχεδιάζοντας ρυθμίζει τα πράγματα και βάζει τέλος στη φασαρία.

Κάποτε ένας μεθυσμένος, περασμένες ώρες θυμήθηκε ένα σκοπό, που τον έλεγαν, λέει, ‘’το λυχνάρι’’ και επίμονα σώνει και καλά να του τον παίξουν και εκβιαστικά, λέει, θα καθίσει .Βέβαια οι μουσικάντες δεν τον ήξεραν το σκοπό, αλλά για να γίνει το χατίρι του απαιτητικού γλεντζέ, ο βιολιστής παλιός και έμπειρος επαγγελματίας, γνώστης της μουσικής άρχισε αυτοσχεδιάζοντας και παρακινώντας και τους άλλους να τον ακολουθούν, έπαιξε τόσο τέλεια το κομμάτι μελωδικά και ρυθμικά, με προσθήκη μάλιστα και του κατάλληλου στίχου ο φίλος μας χορευτής και χόρεψε και ικανοποιήθηκε και πλήρωσε φεύγοντας έδωσε και βραβεία στους μουσικούς που του έπαιξαν το σκοπό που κανείς μέχρι τώρα δεν μπορούσε να του παίξει. Όλα καλά κι όλα ωραία!

Αναφέρουμε τον στίχο που μας παραδόθηκε πια σαν ανέκδοτο.

« Τι το θέλει η μάννα σου

τη νύχτα το λυχνάρι

που έχει κόρην έμορφη

σαν ήλιο σαν φεγγάρι. »

Στο καφενείο του Μπανέτου το γλέντι συνεχίζεται μέχρι το πρωί. Κατακουρασμένοι και εξουθενωμένοι όλοι, καφετζήδες και οργανοπαίχτες, μόνο οι γλεντζέδες είναι αυτοί που δεν θέλουν να σταματήσει αυτό το γλέντι. Ζητούσαν επίμονα από τους μουσικούς να κάνουν πατινάδα, βόλτα με τα όργανα στο χωριό.

¨Εχει καταντήσει πια αναπόσπαστο κομμάτι απ’ όλη αυτή την ιεροτελεστία, το πανηγύρι, το γλέντι. Πέντε έξη ή και περισσότεροι, αυτοί που μπορούμε να πούμε ζουν μια ζωή διασκεδάζοντας, οι πιο μερακλήδες και οι πιο δυνατοί στο πιοτό και στα τσαλίμια του, που το πίνουν και δεν τους πίνει, είναι οι πρωταγωνιστές μας. Άλλες φορές το καταφέρνουν και τους παίρνουν τους οργανοπαίχτες σε ‘’βόλτα’’. Σήμερα οι δικοί μας παραείναι κουρασμένοι και με χίλια συγγνώμη και συμπάθεια καταφέρνουν να απαγκιστρωθούν και να πάνε σπίτια τους, να ησυχάσουν και να συνεφέρουν από την ταλαιπωρία της μέρας και την αγρύπνια της νύχτας.

Άλλες φορές, σε πιο απλά γλέντια το καταφέρνουν. Βάζουν τα όργανα μπροστά και πίσω αγκαλιασμένοι, ολόκληρη η παρέα, ξεκινούν για τις γειτονιές. Αν τύχει κι έχουν και κανένα λεύτερο, ευκαιρία να πάνε να τραγουδήσουν την καλή του. Και ο ίδιος θα το θεωρήσει χάρη, αλλά και οι υπόλοιποι σαν ένα είδος υποχρέωσης προς τον φίλο τους, που τώρα ξεκινά τα πρώτα ερωτικά του κατορθώματα, τα οποία, πού ξέρεις, μπορεί να είναι η αρχή μιας καινούριας οικογένειας. Οι σκοποί που παίζονται είναι ρυθμικοί, περπατητοί, πατινάδες όπως λέγονται και καταλήγουν σε μελωδικά και σεβνταλίδικα μινόρε.

Μετά την αποχώρηση των μουσικών στο καφενείο επικρατεί μια συγκρατημένη ησυχία. Κουβεντιάζουν σιγοτραγουδώντας που και που το θέμα τους.

--Γιατί ρε παιδί να μην πάμε βόλτα; Λέει ο απαιτητικός.

Συμπληρώνει ο άλλος, πιο ήρεμος και πιο λογικός.

--Άσε ρε, έχουν δίκιο οι άνθρωποι, κουρασμένοι, ξεθεωμένοι να τους κουβαλάμε κι εμείς στα σοκάκια. Άντε, μια άλλη φορά!

--Έ, και του χρόνου ρε παιδιά! Ακούστηκε ξαφνικά η φωνή του γερο-Μπανέτου, που στεκόταν δίπλα στο τεζιάκι, κολώνα ριζιμιά και πέτρα χορταριασμένη από τα χρόνια τα παλιά. Παρακολουθούσε και επέβλεπε και ανάλογα η επέμβαση ερχόταν όχι για να επιβάλλει γνώμη όσο για να συμβιβάσει και γνώριζε και την ώρα και το πότε. Δεν λέμε πως δεν ήταν άξιος και ο γιος του ο Καπάνταης. Αλλά να, ήθελε να συμμετέχει για να μη φαίνεται, λόγω ηλικίας, πως δεν αξίζει και δεν τον λογαριάζουν πια. Ας μη ξεχνάμε πως όλα είναι δημιούργημά του και αυτό είναι που τον κάνει περισσότερο ευτυχισμένο.

Ακόμα περισσότερο ευτυχισμένο τον κάνει και η αξιοσύνη του γιου του. Είναι άξιος συνεχιστής του έργου του, προκομένος, τολμηρός, μερακλής, παλικάρι με τα όλα του και στο τέλος μεγάλος γλεντζές και ο ίδιος. Αν τον πιάσει το κέφι του μπορεί να ‘’κλείσει’’ το καφενείο και να φωνάξει τα όργανα και να γλεντά και μια και δυο μέρες ασταμάτητα. Καλεί φίλους και γνωστούς, τους κερνά και όλοι μαζί μια παρέα τραγουδούν με συνοδεία τα όργανα, όπου γίνεται. Είναι ο Καπάνταης και επιδέξιος ριμαδόρος. Ξέρει τραγούδια στη δική μας ντοπιολαλιά, στιχάκια τα λέμε, στην πραγματικότητα είναι κανονικά τετράστιχα με πλήρες νόημα και φιλοσοφία, που σε κάθε περίπτωση σου ραγίζουν τη καρδιά. Μιλάνε για τον έρωτα, τον πόνο και τα βάσανα της ζωής και ακόμα τον θάνατο που πολλές φορές απομυθοποιείται και αυτοσαρκάζεται. Ο πληγωμένος άνθρωπος από τη ζωή, την υπερβολική αγάπη , το ανικανοποίητο πάθος, όλα συγκλίνουν και αποζητούν λύση που το φτωχό μυαλό του πονεμένου πάει μόνο στο τελευταίο σκαλί, τον θάνατο, τον οποίο αποζητά για λύτρωση.

« Όσο περνάει ο καιρός

το φίδι μεγαλώνει

τρώει τα φύλλα της καρδιάς

και το κορμί μου λιώνει».

Άλλο,

« Τη νιότη μου βαρέθηκα

θέλω να την πουλήσω

μα θέλω να’ βρω μερακλή

να μην τη χαραμίσω».

Είναι από τα αγαπημένα του Καπάνταη, που πάντα τα έλεγε όταν γλεντούσε. Πολλές φορές ανοίγει τον καφενέ και συνεχίζεται εκεί το γλέντι. Όλοι είναι πελάτες και παρέα. Τέτοια έκανε ο Καπάνταης, και πολλές φορές τα έβαζε μαζί του ο γέρος, αλλά γρήγορα το μετάνιωνε γιατί αναγνώριζε στο γιο του και το δικαίωμα να ξεσκάσει και αυτός λίγο. Καλή η δουλειά, αλλά χρειάζεται και λίγο ανάπαυλα και διασκέδαση.

--Αχ, σκέφτεται καμιά φορά ο Καπάνταης, όμορφα χρόνια μωρέ περάσαμε! Και τότε ο κόσμος μπορεί να είχε λίγα, όμως το απολάμβανε στα γεμάτα. Θυμάται ακόμα και περιστατικά με καβγάδες και φασαρίες. Έμπαινε επικίνδυνα στη μέση για να ξεχωρίσει και να συμβιβάσει τους γεντήμπελάδες, που πολλοί από αυτούς προξενούσαν τη φασαρία ορμώμενοι από προσωπικά και ύπουλα κίνητρα, έτσι για να προκαλέσουν στον ίδιο ζημιά, φερόμενοι εκδικητικά , για κάτι που συνέβη κάποτε και υποτίθεται πως το θυμήθηκαν τώρα, πάνω στο μεθύσι τους. Αλλά στο πρόσωπο του Κάπα όλοι πάντα έβρισκαν τον αντίμαχό τους, τους έβαζε όλους στη θέση τους και πάλι φίλοι γινόντουσαν.

Στο καφενείο του Μπανέτου οι γλεντζέδες έχουν πάντα μεγάλη ελευθερία κινήσεων. Μπορούσαν πολλές φορές, μετά τη βόλτα στα σοκάκια, να το ξαναστρώσουν και κυριολεκτικά να ξημερωθούν ξανά. Τώρα πίνουν ένα καφέ σκέτο και βαρύ δηλ. με μπόλικα υλικά για να ξενυστάξουν , τρόπος του λέγειν, και στο πρώτο συνοδευτικό κονιάκ, αρχίζουν τα μερακλίδικα μανεδάκια και σ’ αυτά συνοδεύουν και βοηθούν τα όργανα με μελωδικά ταξιμάκια και αυτοσχεδιασμούς εναλλάξ το βιολί με το κλαρίνο και πάντα στο ακομπανιαμέντο γεμίζει το σαντούρι . Τι όμορφες στιγμές ήταν αυτές μέσα στα χαράματα, να ακούς τότε αυτές τις μελωδίες! Σιγόνταραν κάτω στο ποτάμι και τ’ αηδόνια του Μαγιού και δεν ήθελες να σταματήσει αυτό το όμορφο γλυκοχάραμα με τέτοια μουσικά ακούσματα.

Γι’ αυτό πια τώρα οι άνθρωποι αναπολούν αυτές τις εποχές και κρυφοαναστενάζοντας λένε :

--Πού είναι αυτά τα όμορφα χρόνια! Πού είναι αυτές οι όμορφες στιγμές! Πού είναι αυτοί οι άνθρωποι, που δυστυχώς λίγοι απέμειναν από τότε ! Τότε που όλα ήταν όμορφα χωρίς σκοτούρες και άγχος, χωρίς τα πάθη της οργής και τα μίση!

Το μεγάλο πανηγύρι έχει περάσει. Έξω η φύση είναι στο φόρτε της. Τα λουλούδια και οι φυλλωσιές θεριεύουν μέρα τη μέρα και τα πουλιά γεμίζουν τον αγέρα με τα χαρούμενα ερωτικά τους κελαηδήματα. Φωλιάζουν, ερωτεύονται, ξαναγεννώνται, ξαναζούν.

Στα δεντρικά η ανθοφορία πέρασε. Ανθίσανε και πάλι και προχώρησε η καρπόδεση για τα καλά . Οι άνθρωποι με τα χίλια βάσανά τους, την ανέχεια και την κούρασή τους, απολαμβάνουν όσο μπορούν την κακοτράχαλη ζωή τους. Δεν ζητούν πολλά, ούτε διαλέγουν, τους αρκεί αυτό που βγάζουν και αυτό που τους ανήκει. Και τότε, με όλα τα μποδίσματα, με όλες τις αναποδιές, η ζωή ήταν καλή, γλυκειά. Το ‘’Δόξα το Θεό ‘’ ήταν η καθημερινή κατάληξη στις απαιτήσεις τους. Αρκούνταν σ’ αυτά, τα λίγα και τα ταπεινά. Το ψωμί ήταν γλυκό και δεν το διάλεγαν. Δεν απαιτούσαν παραπανίσια πράματα απ’ το Θεό. Να τους έχει γερούς για να δουλεύουν και να τα βγάζουν πέρα μόνοι τους, τίμια και νοικοκυρεμένα.

Και τότε η ζωή προχωρούσε και αυγάτιζε. Έκαναν οικογένειες χωρίς αρρωστημένους υπολογισμούς και ψυχρούς προγραμματισμούς. Όσα τους έδινε ο Θεός, αποδεκτά. Και τα καλά περισσότερο, αλλά και τα άσχημα, θεός φυλάξει!

--Να μας προστατεύει ο Θεός απ’ το κακό. Αυτό εύχονταν όλοι. Και το εννοούσαν.

Και τα χρόνια περνούν και οι άνθρωποι λιγοστεύουν και οι ευτυχισμένες στιγμές σπανίζουν κα η φύση συνεχίζει να μοσχοβολά και να γεμίζει τον αγέρα με μυρωδιές και να χορταίνει το μάτι χρώματα και εμείς να αναπολούμε την ομορφιά και να προσπαθούμε να την αντιγράψουμε και να μην τα καταφέρνουμε και να αυτοσχεδιάζουμε, μήπως και φτάσουμε λίγο πιο κοντά σ’ αυτή τη φύση, σ’ αυτούς τους ανθρώπους, κοντά στο θεό…

Ήταν και τότε οι γιορτές, ήταν και τότε τα πανηγύρια, ήταν και τότε όμορφη η φύση με τα νερά και τα ποτάμια και τα ξεφωνητά παντού, στις ράχες και τις λαγκαδιές. Παντού όπου γύριζες το βλέμμα σου σκόνταφτε πάνω σε πανδαισία χρωμάτων, κόκκινα, κίτρινα, γαλάζια, σκούρα πράσινα και ανοιχτά, παντού περπατούσαν άνθρωποι που μοχθούσαν τη γη, τους μπαξέδες, τα χωράφια, τα κοπάδια με τα χίλια δυο ακόρντα των κουδουνιών---αυτό είναι του Μπαχάρτση το κοπάδι, αυτό από απέναντι του Μάντρακα, του Διόμελου---όλα όμορφα και ταιριαστά, όλα όμορφα και συγυρισμένα και πάντα η ζωή γλυκειά.

Και η φύση ανταπέδιδε με χρώματα και αρώματα, με ανθισμένες τις πλαγιές, με ανθισμένες τις αχλαδιές, τις κερασιές, η ζωή ερχόταν αργά και αθόρυβα και κουβαλούσε μέσα της τα άνθη και μέσα στα άνθη τον καρπό και μέσα στον καρπό πάλι τη ζωή και την ευτυχία των ανθρώπων…

Παντελέλης Ευστράτιος 25 Ιουνίου 2009

 


 


Τελευταία ανανέωση ( 19.10.09 )
 
< Προηγ.   Επόμ. >

Το περιοδικό μας

Κατεβάστε όλα τα τεύχη του περιοδικού

Παράθυρο στο χωριό

Hello, you either have JavaScript turned off or an old version of Macromedia's Flash Player. Get the latest flash player.

Facebook

Facebook

Youtube

Youtube
Κυριακή
5
Ιουλίου
Αθανασίου του εν Άθω, Λαμπαδού, Κυπριανού