http://www.mporos.gr/neoxori

Στο γιαλό της Ανερούσας (Διήγημα) PDF Εκτύπωση E-mail
Γράφει ο/η Στρατής Παντελέλης   
17.05.09
neraida.jpg--Την είδες γιαγιά εσύ;
--Ναι, Στρατή μου, την είδα.
--Την είδες γιαγιά την Αγνή να περπατά πάνω στα κύματα σαν νεράϊδα;
--Αφού σου λέω ναι, και ήταν τόσο όμορφη, σαν άγγελος...
--Μα πως γίνεται να περπατά πάνω στη θάλασσα, αφού αυτή είχε πνιγεί;
--Γίνεται αγόρι μου ,γίνεται.Άμα κάποιος έχει αγνή καρδιά, άμα κάποιος δεν έχει γνωρίσει το μίσος και την κακία, παρά μόνο την αγάπη, μπορεί να γίνει το θαύμα, όπως δίδαξε και ο Χριστός.
--Ξαναπές μας γιαγιά την ιστορία της Αγνής που πνίγηκε γιατί αγάπησε πολύ.
Και άρχισε η γιαγιά να μας διηγείται την ιστορία και πότε πότε να πέφτει σε συλλογή και να μονολογεί από μέσα της.
‘’¨Ητανε τότε που όλα στο κόσμο ήταν δύσκολα. Ήτανε δύσκολο να ζεις, να έχεις δουλειά να θρέψεις την οικογένειά σου, να μορφώσεις τα παιδιά σου, αποκτήματα που τώρα τα έχουμε και δεν τα εκτιμούμε, γιατί τα θεωρούμε δεδομένα. Εξυπακούεται ότι θα έρθουν έτσι μόνα τους, χωρίς κόπο και χωρίς μόχθο. Δεν μας νοιάζει, ή τουλάχιστον δεν θέλουμε να καταλάβουμε ότι κάποτε άλλοι κουράστηκαν και υπόφεραν για μας’’.
--Μα τί λές γιαγιά, πάλι άρχισες να φιλοσοφείς και να θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο, με νουθεσίες και συμβουλές. Πές μας για την Αγνή.
Ναι, ναι, ξεχάστηκα πάλι!. Ήταν που λές όλα δύσκολα για τον μπάρμπα-Κωστή, που είχε τόσα στόματα να θρέψει. Μέχρι που ήταν μικρά τα παιδιά γέμιζαν με γέλια την αυλή και δεν φαίνονταν και πολύ τα βάσανα που περνούσε, καθώς ολημερίς ασχολούνταν με χίλιες δουλειές για να τα βγάζει πέρα, να περνά όσο πιο καλά μπορούσε η οικογένειά του.Πότε στα χωράφια, πότε στο διπλανό χωριό κοντά στη θάλασσα βοηθούσε τους βαρκάρηδες σε θαλασσινές δουλειές και στο καρνάγιο εργάτης, πότε έλειπε και μήνες στα πέρα χωριά που είχε μετάλλευμα το ορυχείο και φόρτωναν τα καϊκια με το άσπρο πέτρωμα που έβγαζαν τα νταμάρια.
Όλες τις δουλειές τις είχε του χεριού του. Σιγά σιγά μεγάλωσε και ο πρώτος γιος και τον βοηθούσε καλά. Μα ήρθε καιρός που έπρεπε κι αυτός να κάνει την τύχη του. Πήγε να δουλέψει στα εργοστάσια της πρωτεύουσας. Καλά περνούσε, τους έγραφε νέα του όποτε ήταν εύκολο και είχε χρόνο απ’ τη δουλειά, τους έλεγε πως ήταν δύσκολη η ζωή στο εργοστάσιο με τις βάρδιες και τα ξενύχτια. Μα πάλι έκανε κουράγιο και τα ξεπερνούσε όλα, γιατί σκέπτονταν, τί είναι εύκολο σ’ αυτό το κόσμο. Υπομονή!
Πίσω στο φτωχικό του μπάρμπα- Κωστή, πότε με τα πολλά- που δεν υπήρχαν- πότε με τα λίγα η ζωή κυλούσε. Άν δεν είχαν δε γρίνιαζαν, μόνο παρακαλούσαν το Θεό να τα φέρνει βολικά και να τους βοηθά. Τα μικρά μεγάλωναν μέρα με τη μέρα, δυο αγόρια ακόμα και το μικρό το στερνοπαίδι, η Αγνή.
Τα πρώτα χρόνια, μόλις γνωρίστηκαν και παντρέφτηκαν ο Κωστής με τη Μυρσίνη, όλα ήταν όμορφα. Όμορφη κι η Μυρσίνη μέσα στα πέπλα, μέσα στις κορδέλες και το νυφικό της να το κρατούν τα παιδάκια της γειτονιάς καθώς το έθιμο ζητούσε.
Η πιο ευτυχισμένη μέρα κάθε κοριτσιού, που πολλές φορές, γρήγορα γρήγορα, χωρίς να γνωρίσουν τη ζωή, χωρίς να γευτούν την ομορφιά της και χωρίς καν να μάθουν να ξεχωρίζουν το καλό από το κακό. Έτσι έμαθαν. Άντε να μεγαλώσεις, τους έλεγαν, και να βρείς ένα καλό γαμπρό, ένα καλό παιδί να σ’ αγαπά και να σ’ έχει αρχόντισα στο σπίτι.Έτσι ήταν η ζωή. Έτσι απαιτούσε η εποχή τότε.
Και νά’ σου τώρα το Μυρσινάκι, νυφούλα στην εκκλησιά, να κοιτάζει στα μάτια τον Κωστή και αυτός πάλι να δακρύζει από χαρά μια και δεν ήθελε να ανοιγοκλείσει τα μάτια του, μη και χαθεί η μορφή της, καθώς την κοίταζε και δεν τη χόρταινε.
Ψηλός, όμορφος κι αυτός, γεροδεμένος, ψημένος στη δουλειά με καλή καρδιά, καλοσυνάτος, το καμάρι του χωριού, μιας και το χαμόγελο δεν έλειπε από τα χείλη του. Όταν περνούσε απ’ τα σοκάκια όλοι στη γειτονιά τον καλοτύχιζαν και έλεγαν καλά λόγια για τη βασκανία και το κακό μάτι.
--Για την Αγνή γιαγιά, για την Αγνή!
--Ναι, ναι παιδί μου. Μα άφησε να συλλογιστώ λίγο το περιστατικό, να φέρω στο νου μου τα παλιά, μήπως και μαντέψω ποιό κακό μάτι έπεσε πάνω στο ζευγάρι τα ευτυχισμένα πρώτα χρόνια της ζωής τους.
Στην αρχή ήρθε ο πρώτος γιος.Η χαρά στο σπιτικό ανείπωτη. Το πρώτο στήριγμα της οικογένειας. Το αγκωνάρι στο φτωχικό Οι πρώτες χαρές πέρασαν και τα πράγματα άρχισαν να δυσκολεύουν. Στριμώχτηκε ο Κωστής, έτρεχε από δω , απο κει να προλάβει, να φέρει περισσότερα στο σπίτι.
--Έ, γυναίκα, με το καλό ένα κοριτσάκι, νά’ χεις κι εσύ συντροφιά και αποκούμπι στα γηρατιά.
Όταν ο καιρός περνούσε και ήρθε το δεύτερο και το τρίτο αγόρι, η οικογένεια μεγάλωσε. Βέβαια τα παιδιά είναι ευτυχία, ποιός δεν το γνωρίζει, ή αλλιώς ποιός δεν το καταλαβαίνει.
--Αλλά ένα κοριτσάκι ρε γυναίκα θα μας έφερνε μεγάλη χαρά.
--Ναι ναι, απαντούσε η Μυρσίνη και το μάτι της πετάριζε από τη λαχτάρα των λόγων του άνδρα της. Ο θεός θα μας το φέρει. Έχε υπομονή!
Έκανε υπομονή ο Κωστής. Έτρεχε συγχρόνως σε δυο και τρεις δουλειές, καταπιανόταν και με ασχολίες που δεν ήξερε. Τον στεναχωρούσαν όμως πότε πότε κάτι μισόλογα που έπαιρνε καμμιά φορά τ’ αυτί του,σε μικροπαρέες. «-Μόνο μωρά ξέρει να κάνει! » Αυτό τον γέμιζε απογοήτευση. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί τον κακολογούσαν και τον κατέτρεχαν έτσι; Μήπως δεν είναι δώρο θεού τα μωρά; Μήπως αμάρτησε κάποτε και αυτό είναι η τιμωρία; Δεν μπορούσε να το εξηγήσει και τον γέμιζε πίκρα και όλο και περισσότερο το έριχνε στη δουλειά, για να ξεχνά και να μη σκέφτεται το καλό ή το κακό! Έπεφτε να κοιμηθεί και πριν κλείσει τα βλέφαρά του, πριν τον οδηγήσει σε ταξίδια μακρινά ο ύπνος και το αποκάρωμα της μέρας, τα τελευταία λόγια κατέληγαν, ότι θέλει ο θεός, ας γίνει το θέλημά του!
Σημαντικό αυτό από έναν άνθρωπο που ο κόσμος του ήταν ένα γύρω απ’ το χωριό, την αγριεμένη θάλασσα ή το γαληνεμένο σούρουπο που έβλεπε τον ουρανό με τα χίλια φαναράκια να τον κοιτούν και πολλές φορές να θέλει να πιάσει κουβέντα μαζί τους. Να τα ρωτήσει για τα χίλια μυστήρια που ερχόντουσαν στο μυαλό του όταν δεν έβρισκε λύσεις σε δύσκολα περπατήματα. Τα άφηνε όλα στο θεό. Έτσι το θέλει ο θεός. Δεν ήταν μοιρολάτρης ο Κωστής. Απλά πίστευε σ’ αυτά που του παρέδωσαν οι γονείς του, ο περίγυρός του. Γράμματα ήξερε λίγα, αλλά έμαθε να σέβεται και να εκτιμά. Άμα όλοι είναι έτσι, έλεγε όλος ο κόσμος είναι καλός. Απλή λογική και σωστή διδαχή!
Η γιαγιά έπεφτε πάλι σε συλλογή και τα εγγόνια άρχισαν να αδημονούν. Ήθελαν να μάθουν για την Αγνή, για το θρύλο που έγινε νεράιδα!.
Οι παλιότεροι άνθρωποι δεν είχαν ούτε το χρόνο ούτε την ικανότητα να σκέφτονται διάφορα γεγονότα, να κρίνουν και να αξιολογούν καταστάσεις.Όπως τα έβρισκαν από τους πατεράδες τους τα ίδια έκαναν και οι ίδιοι. Τα στοιχεία που έβλεπαν και ακολουθούσαν ήταν η γέννηση, ο προορισμός του ανθρώπου και με οδηγό την καρδιά και το συναίσθημα η διαιώνιση του είδους. Η δημιουργία οικογένειας, φαμίλιας είχε μεν τις δυσκολίες της αλλά εθεωρείτο κεφάλαιο, περιουσία. Χωρίς να γίνεται ιδιαίτερη προτίμηση, όλα τα παιδιά είχαν την ίδια αξία μέσα στην οικογένεια. Βέβαια ο γιος, και πολύ περισσότερο ο πρωτότοκος, παραδοσιακά κατείχε την πρώτη θέση, ήταν ο προστάτης της οικογένειας σε τυχόν αναποδιές, αρρώστια του πατέρα, ή θάνατος. Όταν ερχόταν και δεύτερος και τρίτος γιος, τότε η οικογένεια αποζητούσε πια με ιδιαίτερο ζήλο την κόρη που τη θεωρούσαν το αποκούμπι στα γηρατιά. Πολλές φορές πάλι οι πολλές κόρες σε μια οικογένεια έφερναν δυσφορία και πανικό για την αποκατάστασή τους. Σε δύσκολους καιρούς αποζητούσαν την τύχη τους αλλού σε μέρη μακρινά, ακόμα και στη Σμύρνη στέλονταν, στην Ανατολή παρακόρες και παραδουλεύτρες. Τυχεροί όσοι μπορούσαν από μόνοι τους να τα βγάλουν πέρα, να έχουν κοντά τα παιδιά τους να ζουν φτωχά μεν αλλά ευτυχισμένα.
Αυτές τις σκέψεις έκανε η γιαγιά από μέσα της, όταν πάλι την συνέφεραν στο παρόν τα εγγόνια της.
--Για τη Αγνή γιαγιά ! Πες μας για την Αγνή!
-Ναι που λέτε, ήρθε επιτέλους και το κοριτσάκι που περίμεναν. Τότε ήταν που έλαμψε περισσότερο το πρόσωπο του Κωστή. Ήθελε να βγει και να το φωνάξει να το ακούσουν και τ’ αστέρια που τώρα τελευταία άρχισε να συνομιλεί μαζί τους.
Μεγάλωνε με τη χαρά και τη φροντίδα όλης της οικογένειας. Όλες οι δυσκολίες και τα βάσανα ξεπερνιόντουσαν. Όλοι δούλευαν πια για την Αγνή. Το στερνοπαίδι για το Κωστή και τη Μυρσίνη, το αγαπημένο παιγνίδι για τα δυο μεγαλύτερα αγόρια. Ό, τι ήθελε η Αγνή, αυτό γινόταν Καθώς μεγάλωνε όλο και πιο όμορφη γινόταν. Ήταν το καμάρι της φαμίλας και της γειτονιάς. Τα καλλίτερα φορεματάκια της έφτιαχναν ή αγόραζαν δαντέλες και κορδέλες για να τη στολίσουν. Πολλές φορές τα δυο αγόρια μπορεί από μέσα τους να ζήλευαν, μα δεν το έδειχναν ποτέ ούτε δυσφορούσαν.
Τα χρόνια πέρασαν. Η Αγνή μεγάλωνε και βοηθούσε τη μάννα της στο σπίτι, στις δουλειές. Κουβαλούσε φαγητό στον πατέρα της που δούλευε στο καρνάγιο κάτω στο γιαλό με το μάστορα καραβομαραγκό που έφτιαχνε καϊκια. Εκεί η τύχη τό’ φερε και γνώρισε το γιο του μάστορα. Το μελαχροινό αγόρι μόλις την πρωτόειδε, σάστισε. Πού ήταν κρυμμένος αυτός ο άγγελος, συλλογίστηκε. Ο θεός την έστειλε για μένα και η καρδιά του πετάρισε παράξενα μέσα στο γεροδεμένο στήθος του. Τις πρώτες μέρες ντρεπόταν και να την κοιτάξει, μη θεωρηθεί προσβολή από τον πατέρα της που ήταν εργάτης τους. Αλλά και η Αγνή μόλις τον πρωτοσυνάντησε, τον χαιρέτησε και τα χείλη της έτρεμαν.
--Ποιά είσαι σύ, τόλμησε το παλληκάρι.
--Η κόρη του Κωστή, είπε αυτή και το βλέμμα της λαχτάρησε και χαμηλοκοίταξε από ντροπή.
Τρεις νύχτες ο Γιωργής δεν κοιμήθηκε. Συλλογιόταν την Αγνή και πώς θα γινόταν να μιλήσει στον πατέρα του το μάστορα και αυτός στη συνέχεια στο Κωστή τον εργάτη τους.
Κι όμως όλα έγιναν τόσο γρήγορα όσο δύσκολα τα λογάριαζε ο Γιωργής. Έγινε ο γάμος κάτω στο γιαλό, στο διπλανό κεφαλοχώρι μια και ο Γιωργής είχε κατάσταση από τον πατέρα του και τη δουλειά του.
Το πρόβλημα ήταν ότι ο Γιωργής δεν του άρεσε η δουλειά στο καρνάγιο. Ήθελε όπως ξομολογιόταν στον πατέρα του να κουμαντάρει τα καϊκια, όχι να τα φτιάχνει. Αποζητούσε την περιπέτεια στα κύματα και στις γαλιφιές της θάλασσας. Αγαπούσε την Αγνή, μα αγαπούσε θαρρείς πιο πολύ τη μαριόλα τη θάλασσα. Λες και τον καλούσε σα μάγισσα στην αγγαλιά της.
Δεν ήθελαν να του χαλάσουν το χατήρι και ο Γιωργής, καπετάνιος πια, ταξίδευε μακριά στην Πόλη, τη Σμύρνη και τη Μαύρη Θάλασσα. Το βιος του αυγάτιζε και η Αγνή, αρχόντισα τωρα τον περίμενε πάντα και σε κάθε ταξίδι τον αγαπούσε και περσσότερο.
Είδαν και καλλίτερες μέρες ο μπάρμπα-Κωστής με την κυρά Μυρσίνη. Τακτοποιήθηκαν σε δουλειές και τα άλλα αγόρια και όλοι μαζί πια ζούσαν ευτυχισμένοι και χαρούμενοι.
Όλα ήταν μέλι γάλα, το σπιτικό πλημμύριζε από ευτυχία. Όμως το βάσκανο μάτι χτύπησε. Το κακό μαντάτο βύθισε το χωριό όλο στο σκοτάδι και τη θλίψη. Το καϊκι του Γιωργή χάθηκε στην καταιγίδα κάπου Μαύρη Θάλασσα με Πόλη. Μέρες περίμεναν να μάθουν τίποτα νέα για τον καπετάνιο και το πλήρωμα. Παντού σιωπή. Όσοι γνώριζαν τα ταξίδια, τα μπάρκα και τα λιμάνια, κανείς δεν μπορούσε να δώσει ελπίδα για ζωή. Παντού σιωπή!
Η Αγνή περίμενε, ήλπιζε, ξέσπαγε σε κλάματα και ζητούσε παρηγοριά από το θεό. Πέρασε πολύς καιρός μέχρι που παραλόϊσε. Δεν μιλούσε, δεν έτρωγε και πού την έχανες, πού την έβρισκες κάτω στο γιαλό να ψάχνει με το βλέμμα της το Γιωργή.
Ώσπου μια μέρα , μιαν αυγή, χωρίς να την πάρει κανείς είδηση, ντύθηκε στα άσπρα αραχνοϋφαντα μεταξωτά που της έφερνε ο Γιωργής απ’ τα ξένα, με ξέπλεκα μαλλιά και ένα απροσδιόριστο αχνό χαμόγελο περπάτησε στα κύματα να πάει να βρει τον καλό της, γιατί μόνη πια δεν μπορούσε να ζήσει. Όσοι βρέθηκαν κάτω στο γιαλό την είδαν , ναι την είδαν να περπατά και να χάνεται στην απεραντοσύνη της θάλασσας και στο σκοτεινό βυθό της.
--Ήσουνα γιαγιά και συ εκεί και την είδες;
--Ναι αγόρι μου, την είδα...
Από τότε έχουν να λένε για την μεγάλη αγάπη, για το μεγάλο θάμα, τον θρύλο , την Αγνή που περπάτησε στα κύματα, που χάθηκε στα βάθη της θάλασσας αναζητώντας το Γιωργή, την πρώτη και μοναδική της αγάπη.
Από τότε όποιος περάσει από την ερημική ακρογιαλιά, την ακρογιαλιά της Ανερούσας, όπως την λένε , αν έχει και αυτός αγνά αισθήματα σαν τη γιαγιά, μπορεί να δει την ασπροφορεμένη νεράϊδα, την Αγνή, να χάνεται μέσα στα κύματα, στης Ανερούσας το Γιαλό!
Τελευταία ανανέωση ( 17.05.09 )
 
< Προηγ.   Επόμ. >

Το περιοδικό μας

Κατεβάστε όλα τα τεύχη του περιοδικού

Παράθυρο στο χωριό

Hello, you either have JavaScript turned off or an old version of Macromedia's Flash Player. Get the latest flash player.

Facebook

Facebook

Youtube

Youtube
Κυριακή
5
Ιουλίου
Αθανασίου του εν Άθω, Λαμπαδού, Κυπριανού