http://www.mporos.gr/neoxori

Ύφος και χρώμα της μουσικής κομπανίας του Μπορού τον 20ο αιώνα. Μουσική παράδοση και κληρονομιά. PDF Εκτύπωση E-mail
Γράφει ο/η Στρατής Παντελέλης   
04.05.09
mporos.jpg

Ακούμε ένα τραγούδι ή λέμε ένα τραγούδι και έχουμε την εντύπωση ή καλλίτερα κρύβουμε την ελπίδα να πραγματοποιηθούν τα λόγια του στιχουργού.

Νά ‘ταν τα νιάτα δυο φορές. Όλοι θέλουμε να μείνουμε για πάντα νέοι. Επειδή αυτό δεν γίνεται, συμβιβαζόμαστε στο ξαναζωντάνεμα της νιότης. Μιας νιότης όμως που είναι πλουτισμένη και γεμάτη με πείρα των όσων χρόνων έχουμε στην πλάτη μας. Κοντά σ’ αυτές τις δοαπιστώσεις αν βάλουμε και τον συνειρμό και την ανάπλαση των παραστάσεων- λειτουργίες ψυχολογικές- με καθημερινή αποδεικτική δυναμική και εφαρμογή στη ζωή μας, φτάνουμε σε ένα σημείο που σε κάνει να θυμηθείς κάτι παλιό, κάτι που άκουσες κάποτε και σου έμεινε βαθειά χαραγμένο στο μυαλό σου.Ακούγοντας λοιπόν παρόμοιες μουσικές εκτελέσεις με έγχορδα και χάλκινα, έρχονται στο νού μου ολόκληρες απαρτίες μουσικές και συνθέσεις μουσικών συγκροτημάτων με μουσικό ύφος διαφορετικό και ποικιλία ήχων και χρωμάτων.

Μουσικά ακούσματα και χρώματα αρμονικά που χόρτασαν α’ αυτιά μου από τότε που γεννήθηκα και αργότερα. Μικρό παιδάκι ακολουθούσα σε όλες τις εκδηλώσεις (γάμους, πανηγύρια, συνάξεις) τον πατέρα μου Παντελή Παντελέλη που έπαιζε μια ζωή ολόκληρη σαντούρι, το αγαπημένο του όργανο. Τις πρώτες νότες τις έμαθε από τον πατέρα του (παππού μου), Ευστράτιο Παντελέλη που είχε κι αυτός μεγάλο πάθος και μεράκι με τη μουσική, λεπτός μικροκαμωμένος και πλούσιος σε μουσικά συναισθήματα και οράματα που νομίζω πως τα πραγματοποίησε. Παίζοντας ο ίδιος βιολί και σαντούρι προσπάθησε να φτιάξει μια ολόκληρη κομπανία στην εποχή του, οικογενειακή θα λέγαμε, μαθαίνοντας το γιο του Παντελή σαντούρι και τα ανήψια του από το Παλιοχώρι όλα τα άλλα όργανα για να μπορέσει να εξωτερικεύσει αυτό που αισθανόταν, αυτό που ήθελε να εκφράσει, το μεράκι του για τη μουσική.

Γεννημένος στο Παλαιοχώρι Λέσβου γύρω στα 1873, παιδί μιας μεγάλης αγροτικής οικογένειας μαζί με άλλα δέκα αδέρφια και μια μοναδική αδερφή, μεταδημότευσε και παντρεύτηκε στο χωριό μας το Μπορό( Νεοχώρι ). Εκεί συναντήθηκε και με άλλους ντόπιους οργανοπαίχτες και έφτιαξε μουσική κομπανία, ξακουστή με μεγάλη φήμη στα γύρω χωριά. Μόλις μεγάλωσε ο γιος του τον έβαλε στο σαντούρι και περίπου 14 χρονών έπαιζε μαζί με άλλους γύρω στα 1925 σε μουσικές εκδηλώσεις, γάμους και πανηγύρια. Συνεργάτες του είχε τα ανήψια του στο Παλιοχώρι, που πολλές φορές έπαιζαν μαζί αν υπήρχε δουλειά εκεί ή αλλού. Ήταν ο Μανώλης Παντελέλης βιολί, ο Παναγιώτης τρομπόν ι, ο Γιάννης τρόμπα-κορνέτα και ο Βαγγέλης τύμπανα. Στο χωριό πάλι στο Μπορό είχε συνεργάτες τον Κώστα Γιαλούρη βιολί, που ήταν και γαμπρός του, το Μανώλη Βουλέλη τρομπόνι, επίσης γαμπρό του, τον Παναγιώτη Λιναρδή στο κλαρίνο με εξαιρετική φήμη από τη Βρυσά, που κι αυτός παντρέφτηκε στο χωριό μας και έμεινε, τον Αριστείδη Κουμπά τρόμπα από τα Βασιλικά κι αυτός γαμπρός στο χωριό μας. Τον Δημήτρη Καλδέλη(Αντίκα) φίλο του καλό τον έβαλε στο βιολοντσέλο (μπασαβιόλα), σημαντικό όργανο για το τέμπο-χρόνο της κομπανίας.

Αυτοί όλοι σαν τακτικοί συνεργάτες μαζί και με άλλους από άλλα χωριά, αποτελούσαν δυο και τρεις κομπανίες και δούλευαν τακτικά και με μεγάλη φήμη στα γύρω χωριά μέχρι και τα μακρινά, Αγιά Παρασκευή, Βρυσά, Λισβόρι και Βασιλικά, χωριά ‘’ίσα όξω’’ όπως τα έλεγαν.

Ακούγοντας τέτοια μουσικά σύνολα, με έγχορδα και χάλκινα αυτής της εποχής, ξαναγεννιέσαι και νοιώθεις αυτή την έκσταση της μουσικής απαρτίας, της σύνθεσης του παλιού μουσικού συγκροτήματος, το ύφος και την ποικιλία των ήχων και των χρωμάτων της μουσικής.Αυτές όλες τις περασμένες εμπειρίες, αυτές τις μουσικές αναμνήσεις ξαναζωντανεύουν στο νου μου, όταν ακούω παλιές εκτελέσεις από έγχορδα και χάλκινα σε γραμμόφωνα και δίσκους. Χρόνια τώρα τέτοιο μουσικό άκουσμα, έγχορδο και χάλκινο συνταίριασμα στο χρώμα της μουσικής με όλο το μεγαλείο της μουσικής δημιουργίας, δεν ακουγόταν πια στα χωριά μας. Εκτοπίστηκε από την ηλεκτρική λαίλαπα, από αυτό το στείρο και φτιαχτό, κούφιο σε ήχους και αρμονία παρά την ένταση και την τεχνολογία.

Ο παππούς μου πρώτο βιολί, καθάριος ήχος, κρυστάλλινη και αισθησιακή μορφή μουσικής δημιουργίας. Ο πατέρας μου σαντούρι, μπρούτζινος ήχος , σκληρός απο τη φύση του, μεταλλικός, από τη μια σε χτυπήματα έντασης και κράτημα του χρόνου από την άλλη, αλλά και το απαλό μελωδικό τερέτισμα στην εναλλαγή τουαριστερού και του δεξιού χεριού στο αρμονικό γέμισμα του μουσικού κομματιού.Δυο θείοι μου, -στις κόρες του ο παππούς μου διάλεξε γαμπρούς μουσικούς- ο ένας ο Κ.Γιαλούρης, συμπληρωματικό βιολί, είχε μάθει το όργανο στη Σμύρνη και είχε το ύφος το σμυρναίικο, της φημισμένης και δυστυχισμένης αργότερα πόλης της Ανατολής. Ο άλλος, ο Μανώλης Βουλέλης, τρομπόνι με το πάθος της μουσικής μέσα στη ψυχή του. Κάποτε που συζητούσαμε μου έλεγε, πως εγώ για να πω όλα όσα νοιώθω μέσα μου- σήμερα αυτό λέγεται προσωπική έκφραση-, έπρεπε να μάθω βιολί, γιατί αλλιώς δεν εκφράζονται αυτά τα λεπτά παθιασμένα σκιρτήματα της ψυχής μας, του πάθους μας για τη μουσική. Και τον δικαιολογούσα γιατί αυτήν ακριβώς την έκφραση την παρουσίαζε όταν αργότερα άρχισε να ψάλλει στην εκκλησία, γιατί συγχρόνως με όργανο ήξερε και βυζαντινή μουσική στο χαρτί και στο λαρύγγι. Ξεχωριστές προσωπικότητες, τάλαντα με μεράκι, ήθος και ανθρωπιά. Όλοι τους τέλειοι άνθρωποι, εμείς ότι και να πούμε θα είναι λίγα και λειψά. Ο άλλος της παρέας, πάλι συγγενής μου αργότερα, ο παππούς της γυναίκας μου Ζηνοβίας, ο Δημήτρης Καλδέλης βιολοντσέλο, πασαβιόλα το λέγαμε και μας φαινόταν παράξενο αυτό το τεράστιο κουφωτό βιολί. Τον κατάφερε ο παππούς μου και τον έβαλε στη κομπανία γιατί η ανάγκη του τέμπου, του χρόνου, ήταν επιτακτική. Φίλος του προσωπικός δέχτηκε να μάθει και να προσφέρει στο σύνολο. Το συγκρότημα συμπληρώνεται με ένα παραδοσιακό κλαρίνο, τον Παναγιώτη Λιναρδή από τη Βρυσά που παντρέφτηκε στο χωριό μας και έμεινε, με οικογένεια και παρουσία σημαντική. Τρία παιδιά, ένας γιατρός, ένας δάσκαλος και ο τρίτος επιχειρηματίας, στοιχεία πρωτόγνωρα για την εποχή και την επαρχία.

Άφησα στο τέλος την τρόμπα-κορνέτα για δυο προσωπικούς λόγους. Πρώτον γιατί αυτό το όργανο με είχε εντυπωσιάσει από μικρό παιδί μπορώ να πω και με την εμφάνισή του, αλλά και με είχε συναρπάσει ο κρουστός, μεταλλικός ήχος, ο ψυχρός και λίγο έντονος που σου προκαλούσε το φόβο, με τα απότομα και δυναμικά του χαρακτηριστικά. Βλέποντάς το, μικροσκοπικό και στριφογυριστό σε μιά λαβυρινθώδη κατασκευή, δαιδαλώδης σωληνωτός κοχλίας από τη μια και απλό, λιτό στα τρία του δάχτυλα- οπές και από την άλλη να βγάζει τέτοια ποικιλία ήχων και τέτοιο γλυκό χάλκινο, σαν πυρωμένο μέταλλο, χρώμα, όλα αυτά γενικά ήταν για μένα το μεγάλο ξάφνιασμα. Μετρούσα τις νότες, ρωτούσα πώς γίνεται τρεις πρέσες—ανοίγματα να δημιουργούν τόση ποικιλία ήχων. Το έμαθα αργότερα όταν το επεξεργάστηκα καλά και το κατανόησα. Γιατί όλο αυτό το ιδιαίτερα εντυπωσιακό φαινόμενο, δεν ήταν μόνο η καταπληκτική κατασκευή, αλλά και κάτι άλλο. Ήταν η ψυχή του τρομπετίστα, ήταν το φύσημά του, πότε απαλή αναπνοή, πότε φούσκωμα δυνατό. Και το άλλο, το πιο σημαντικό: Το είδος της πνοής, το συνταίριασμα γλώσσας, χειλιών και λάρυγγα.

Ο δεύτερος λόγος που άφησα τελευταία να μιλήσω για το όργανο αυτό, αφορά τον ίδιο τον άνθρωπο που το έπαιζε. Πρώτος ξάδερφος του πατέρα μου, δημιούργημα και αυτός του παππού μου, ταλέντο όμως ξεχωριστό και αξιοθαύμαστο. Ήταν ο Γιάννης Παντελέλης. Πνεύμα ανήσυχο ο παππούς μου και άνθρωπος με προοπτικές και πρακτικός. Έβλεπε μπροστά από την εποχή του και κατόρθωσε να αναστήσει, να φτιάξει καινούρια κομπανία, όταν αυτοί οι ίδιοι—παλοί άνθρωποι πια, κουρασμένοι—θα αποσύρονταν από το στίβο της δημιουργίας. Γι’ αυτό μάζεψε όλα τα ανήψια του, τους μίλησε και τους καθοδήγησε στην τέχνη. Έμαθαν αρκετοί τα πιο σημαντικά όργανα. Βιολί, σαντούρι, τρόμπα, τρομπόνι και νά’ σου μια νέα σειρά. Ο τρομπετίστας για τον οποίο μιλάμε, ήταν ο πιό χαρισματικός, γι’ αυτό και πολλές φορές συνεργαζόταν από τα πρώτα κιόλας χρόνια με τον παππού μου στην αρχή και με τον πατέρα μου αργότερα, όταν στη Κατοχή έφυγε για πάντα ο παππούς μου. Ήταν πράγματι ένα πνευματικό στοιχειό ο τρομπετίστας αυτός. Εκτός από τη δεξιοτεχνία που είχε στην πνοή, στα δάχτυλα για το χειρισμό του οργάνου, ήταν και ο σπουδαγμένος στο στρατό τη μουσική θεωρία. Έπαιζε σε στρατιωτική ορχήστρα και γι’ αυτό ήξερε να γράφει και να διαβάζει τις νότες. Μπορούσε ακούγοντας ένα μουσικό κομμάτι να το γράψει στο πεντάγραμμο για να γίνει αργότερα μάθημα σ’ όλους τους άλλους και να το μάθουν. Ήξεραν όλοι μουσική αλλά όχι θεωρία. Τους απασχολούσε η πράξη, η δεξιοτεχνία και ο αυτοσχεδιασμός. Ταλαντούχος σ’ αυτό ο παππούς μου με το βιολί του. Πολλες φορές , ακούσματα άλλων που οι ίδιοι δεν τύχαινε να γνωρίζουν και πάνω στη δουλειά επέμεναν σώνει και καλά να το παίξουν, σαν να ήταν παντογνώστες. Σε τέτοιες δύσκολες στιγμές ο παππούς μου, σαν τον τέλειο μουσικοσυνθέτη’’συνέθετε’’ αυτοστιγμής ένα μελωδικό δημιούργημα αυτοσχεδιάζοντας πάνω στον ίδιο ‘’δρόμο’’ και τότε όλα ήταν τέλεια. Γιατί σε τέτοιες περιπτώσεις δεν έλειπαν και οι παραξηγήσεις, που πάντα κατέληγαν σε φασαρία.

Εκείνο που στάθηκε αφορμή για την ανάπλαση αυτής της ατμόσφαιρας ήταν ακριβώς και το σπάνιο για τη σημερινή εποχή ύφος αυτής της μουσικής παιδείας—γιατί η μουσική είναι παιδεία, διαμορφώνει χαρακτήρα και σφυρηλατεί προσωπικότητα και ήθος--. Όποιος αμφιβάλλει ή διαφωνεί είτε δεν έχει καθόλου μουσική συναίσθηση, είτε θέλοντας να σνομπάρει την εποχή και την παράδοση, αποκαλεί παρελθόν και αναχρονισμό ένα πολιτιστικό βίωμα που έθρεψε γενιές και γενιές και άφησε ιστορία και πολιτισμό. Οι τέτοιου είδους θιασώτες δεν πρόκειται ποτέ να συναισθανθούν το μεγαλείο της παραδοσιακής μουσικής δημιουργίας γιατί έχουν μείνει και θεωρούνται ψυχροί λάτρεις της δήθεν επιστημονικής τεχνολογίας και του στείρου ρομποτισμού.Γιατί ακόμα και παράδοση δεν είναι παρελθόν, με την έννοια του παλιού και ξεπερασμένου, αλλά αντιθέτως, είναι κάτι πολύ ζωντανό, κάτι που παραδίδεται ατόφιο και πολύτιμο από τη μιά γενιά στην άλλη.

Αυτό το ύφος της σταθερής και γόνιμης μουσικής παραγωγής, της απλής από τη μια αλλά και της σύνθετης στην ποικιλία των ήχων και των φθόγγων, της αργής και εσωτερικής αρμονίας, αντιπροσωπεύει αυτή η μουσική μας παράδοση, μακριά από το σημερινό γρήγορο και ασαφές μουσικό άκουσμα, που δημιουργεί ανασφάλεια και χασμωδία, πράγμα το οποίο θέλει ακριβώς να κρύψει μέσα στην ταχύτητα και την γοργή συχνότητα, την έλλειψη ακριβώς αυτής της αισθησιακής μουσικής παραγωγής, το μεράκι της ψυχής και το πάθος της καρδιάς και του νού.

Ό, τι δεν μπορεί να παρουσιάσει σωστά ο σημερινός συνθέτης αυτής της μουσικής δήθεν δημιουργίας, όταν δεν μπορεί να εκφράσει τον εσωτερικό ψυχισμό του το άτομο, μπερδεύεται μέσα σε μια ακατονόμαστη και ακατανόητη ταχύτητα ήχων, που μόνο δυσαρμονία πια και έλλειψη μουσικής παραγωγής είναι.

Η μουσική αυτή εργασία παρουσιάζει την καθαρότητα του ύφους και και του ήχου, ιχνηλατώντας πάνω στις ράγες της παλιάς παραδοσιακής μουσικής και αναπλάθοντας, όχι αντιγράφοντας αυτή τη θαυμάσια περασμένη εποχή, ξαναζωντανεύοντας αυτούς τους ανεπανάληπτους μουσικούς εκφραστές αυτής της εποχής, αναπολώντας αυτή την ευτυχισμένη ζωή με τα λίγα αγαθά και την πλούσια αίσθηση του κάλλους και της ομορφιάς της ζωής. Σήμερα προσπαθούμε με τέτοιου είδους αναμνήσεις να διώξουμε το άγχος που μας έχει καταστήσει τη ζωή μας πραγματική κόλαση. Προσπαθούμε όλοι μας , με όποιες δυνάμεις ή ικανότητες έχουμε να αναβιώνουμε τέτοιες καταστάσεις, να οργανώνουμε εκδηλώσεις παράδοσης που θα αναπτερώνουν το ηθικό μας για μεγαλύτερες δημιουργίες και καλλίτερες μέρες ευτυχίας.

Τα μουσικά όργανα, αυτά τα παραδοσιακά δημιουργήματα του χεριού και του νού, βοηθούν στην επίτευξη αυτού του στόχου. Οι δυνατότητες που έχουν από τη μια και ο χειρισμός και η δεξιοτεχνία του δημιουργού από την άλλη, μας οδηγούν στα μονοπάτια αυτής της πνευματικής ευεξίας και εσωτερικής ψυχικής γαλήνης.

Το βιολί, το γάργαρο ρυάκι των ήχων και των φθόγγων, πότε ορμητικό και πότε ήρεμο, το κελάιδισμα σε όλες τις μουσικές αποχρώσεις του είδους του και συγχρόνως της μουσικής δεξιοτεχνίας του ερμηνευτή.

Το σαντούρι, το σταθερό πάτημα των τόνων και των ήχων, το τερέτισμα της μπακέτας πάνω στο πανάρχαιο μέταλλο των χορδών του χαλκού, που κουβαλά μέσα του, στο απλόχωρο ηχείο του όλους τους ήχους της κλασσικής και της παραδοσιακής ανατολικής μας δημοτικής μουσικής. Δυστυχώς για ένα διάστημα στη δεκαετία του ’70, είχε παραμεληθεί τόσο πολύ, θα μπορούσα να πω επικίνδυνα, είτε σκόπιμα για λόγους πρακτικής εφαρμογής, (μεγάλο στο μέγεθος, βαρύ στη μεταφορά, δύσκολο στο κούρδισμα και στο ‘’κράτημα’’ του τόνου εξ αιτίας των διαστολών και συστολών του ξύλου,) είτε λόγω της ηλεκτρονικής μουσικής παρουσίας με άλλα μουσικά όργανα απλά και εύχρηστα, εγώ θα έλεγα της ευκολίας (ηλεκτρικές κιθάρες, αρμόνια) που έκανε πραγματικά πολλούς σαντουριέρηδες, θαυμάσιους στο χειρισμό και την δημιουργία ιδιαίτερα του αυτοσχεδιασμού, κάτω από την πίεση της επιβίωσης και την εξασφάλιση του μεροκάματου να παρατήσουν στη θήκη του το αγαπημένο τους όργανο και να ασχοληθούν, ευτυχώς για λίγο, με αρμόνια και άλλα τέτοια.Μερικοί πάλι, περασμένοι στην ηλικία, ένοιωσαν την πίκρα της μοναξιάς και κατάλαβαν πως δεν μπορούν πια να συνεχίσουν ακολουθώντας την τεχνολογική εξέλιξη, με αυτό τους το όργανο και σταμάτησαν την μουσική τους δραστηριότητα. Καμμιά φορά χτυπούσαν μερικές νότες, το χάιδευαν με τα νύχια, απαλά όπως χαϊδεύεις τη γυναίκα που αγαπάς, αυτοσχεδιάζοντας ταξίμια και άλλες προσωπικές μελωδίες, αναπολώντας παλιές ευτυχισμένες στιγμές.

Ήταν και άλλοι που δεν υπέκυψαν στην πίεση αυτής της εξέλιξης, δεν τα παράτησαν, απεναντίας αγωνίστηκαν σθεναρά και κράτησαν τη θέση τους μέσα στο μουσικό περιβάλλον της εποχής. Προσπάθησαν να προσαρμόσουν στο σαντούρι πρόχειρες ηλεκτρικές συνδέσεις και ατομικούς συμβιβασμούς. Νομίζω, όχι είναι σίγουρο, πως χάρη σ’ αυτούς, επέζησε το σαντούρι, επιβίωσε και παρουσίασε την σημερινή του καταπληκτική εμφάνιση και πλαισίωση εξαιρετικών μουσικών εκδηλώσεων και μουσικής δημιουργίας.

Μέσα σ’ αυτούς τους επίμονους συνεχιστές της μοσικής δημιουργίας, σ’ αυτούς τους λάτρεις του θεσπέσιου οργάνου, ήταν και ο πατέρας μου.Δεν σταμάτησε να ασχολείται με αυτό ούτε στιγμή Μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του ‘’έπαιζε’’ και ευχαριστιόταν, του έδινε ζωή το σαντούρι. Μόνος ή με μικρή παρέα, έδινε στην ατμόσφαιρα τη μουσική του παρουσία, το στίγμα της ύπαρξής του. Τη λατρεία του στο όργανο δεν μπορεί κανείς να την καταλάβει, παρά μόνο αν έχει διαβάσει το ‘’Ζορμπά’’ του Καζαντζάκη στο αντίστοιχο κεφάλαιο.Ήταν η αγάπη του, ήταν η ζωή του. ’’Το είχε ( το σαντούρι) τυλίξει με ένα πανί και το κουβαλούσε πάντα μαζί του παραμάσκαλα και όποτε τον έπνιγε η ανία και η στεναχώρια, το άνοιγε με μεγάλη προσοχή και ευλάβεια θρησκευτική και το τοποθετούσε στα γόνατά του και το χάιδευε απαλά με τα ‘’νύχια’’και ήταν σαν να χάιδευε γυναίκα, γιατί το σαντούρι ήταν γι’ αυτόν σαν μια γυναίκα που αγαπάς’’.

Το σαντούρι έχει την δυνατότητα και να ακολουθεί την όλη μουσική παρουσία, να συνοδεύει, όπως λέμε, αλλά και να δείχνει και μόνο του την οντότητα και την προσωπική του υπόσταση και μέσω του οργάνου πολύ περισσότερο την υπόσταση του ίδιου του ερμηνευτή—εκτελεστή. Εδώ έχουμε να κάνουμε με τον αυτοσχεδιασμό, ‘’το ταξίμι’’την μελωδική και αρμονική εναλλαγή των μουσικών φθόγγων στον κατάλληλο ‘’μουσικό δρόμο’’(μακάμ), στην ποικιλία των ήχων και των τόνων. Τα θαυμάσια αυτά δημιουργήματα της ψυχής και της καρδιάς που εξωτερικεύουν τον εσωτερικό ψυχικό κόσμο του ερμηνευτή, τον μεταλαμπαδεύουν στον ακροατή, έχουν τόση επίδραση και πάθος, τον κάνουν να κλαίει, να γελά, να χαίρεται και να λυπάται μέσα από τους ήχους και τους φθόγγους αυτής της μουσικής δημιουργίας, του αυτοσχεδιασμού. Πάρα πολλοί λίγοι μουσικοί μπορούν να καταφέρουν αυτό το εξαιρετικό και σπάνιο δημιούργημα, μιλάμε για ευαισθητοποιημένους ανθρώπους με μεράκι και πάθος.

Η τρόμπα και το τρομπόνι, τα ‘’φυσερά’’,έχουν το δικό τους ξεχωριστό χρώμα μέσα στην όλη μουσική πανδαισία. Οι εξάρσεις της τρόμπας ανάμεσα στο σταθερό τόνο του τρομπονιού, αυτό το ξάφνιασμα της πνοής του ‘’φυσερού’’ είναι αυτό που δίνει σ’ όλο το σύνολο την εγρήγορση και συνάμα και τον διονυσιασμό. Μπορεί πάλι σε κάποια στιγμή της μουσικής δημιουργίας να προκύψει ανία και να επακολουθήσει ρεμβασμός με άλλο είδος μουσικού οργάνου, να θέλει ο μουσικός να προξενήσει στον ακροατή ανάπαυλα, να τον καλμάρει προς στιγμή, τότε έρχεται το ξέσπασμα του χάλκινου, του πνευστού που σε συνεπαίρνει και σε απογειώνει. Η γρήγορη εναλλαγή των ήχων και των φθόγγων, η αρμονική ταύτιση στο μουσικό χρώμα, στο χρόνο και την ένταση της στιγμής, αυτό ακριβώς πετυχαίνουν τα πνευστά. Είχαν ακόμα και μιαν άλλη μοναδικότητα που τα καθιστουσαν οπωσδήποτε απαραίτητα μέσα στο σύνολο. Επειδή είχαν ένταση και ισχύ, είχαν και την δυνατότητα να δημιουργούν έντονο κλίμα και να υπερκαλύπτουν τους τυχόν αντιπάλους ανταγωνιστές, διότι πολλές φορές υπήρχε περίπτωση μουσικής επιβίωσης. Μια μικρή πλατειούλα, ένας μικρός χώρος φιλοξενούσε και δυο μουσικά συγκροτήματα. Αλίμονο αν σε κάποιο από αυτά δεν υπήρχαν ‘’φυσερά’’. Σχολούσε κανονικά, τέλος.

Περιττό να αναφέρουμε το θαυμάσιο συνδιασμό σε ήχους και λαρυγγισμούς από το κλαρίνο, όργανο που ενώ ξεκίνησε την παρουσία του μέσα από κλασσικά επιτεύγματα, κατόρθωσε με την δυνατότητα της δεξιοτεχνίας του χεριού και της πνοής να γίνει το κατ’ εξοχήν παραδοσιακό μουσικό όργανο και να συνοδεύει όλα τα μουσικά σύνολα και τα είδη της μουσικής, νησιώτικα, στεριανά,του τραπεζιού και στο κάθε γλέντι. Το ιδιαίτερο χρώμα του, το ζεστό ξύλινο ποιόν της μουσικής παραγωγής, οφείλεται εν μέρει και στην τεχνική διατομή του θαυμάσιου αυτού υλικού, του ξύλου, αλλά και του ευαισθητοποιημένου ανθρώπου που το χειρίζεται

Ο συνδιασμός λοπόν της κατασκευής από τη μια και του παράγοντα άνθρωπος από την άλλη, είναι το μυστικό παρόν αυτού του οργάνου.

Κλείνω και δεν παραλείπω να ‘’γεμίσω’’ το όλο άκουσμα από το πλήρες μελωδικό γίγνεσθαι του βιολοντσέλου. Όπου, παίρνοντας ο άλλος αναπνοή για να συνεχίσει αργότερα, όπου δημιουργώντας κενό είτε έντεχνο είτε παύσης ή και τεχνικό ακόμα για την απόδοση του χρόνου, τότε είναι αυτό, το βιολοντσέλο, που πανταχού παρόν γεμίζει κυριολεκτικά τη μελωδία. Όλα τα ανοίγματα, τα κενά του χρόνου, ηθελημένα ή μη, δένονται με τους νευρώδεις ήχους των ατσάλινων νεύρων των ζώων, που κάποτε από αυτά έφτιαχναν τις χορδές του. Ακόμα δε περισσότερο φαίνεται η παρουσία του στο έντονο κράτημα του χρόνου, σ’ αυτό το θαυμάσια μελωδικό επαναλαμβανόμενο τέμπο, που χωρίς αυτό μπορούμε να πούμε πως δεν υπάρχει μουσική δημιουργία.

Όλοι οι παραπάνω συντελεστές, οι εξαίρετοι μουσικοί ερμηνευτές που ζούνε μέσα στα όνειρά μου, μέσα στις αναμνήσεις μου και στα πρώτα μου βιώματα, είναι για μένα και νομίζω για πολλούς, άξιοι αναφοράς, απλής και ταπεινής για το έργο τους και την προσφορά τους, γιατί έδωσαν το στίγμα της παραδοσιακής μας μουσικής, της κακώς εννοούμενης ανατολίτικης ξένης ή ανατολίτικης εχθρικής. Αυτή η ανατολίτικη ρέμβη για μένα είναι η αναβίωση της βυζαντινής μουσικής παράδοσης και του δημοτικού μας τραγουδιού, μια συνεχής παρουσία αιώνων, χωρίς απολύτως καμμιά διακοπή, αυτή η ίδια η λαγγεμένη Ανατολή με το πάθος και το βάθος των πολυποίκιλτων και πολυδιάστατων ήχων και χρωμάτων της μουσικής.

Και θα τελειώσω μ’ ένα στίχο του Κωστή Παλαμά, που περικλείει όλη αυτή την ηδυπαθή Ανατολή, με τους καημούς και τις συμφορές της ρωμιοσύνης της πολύπαθης.

‘’ Γιαννιώτικα, Σμυρνιώτικα, Πολίτικα,

μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα,

λυπητερά,

πώς η ψυχή μου σέρνετα μαζί σας !!

 

 

 

 

Τελευταία ανανέωση ( 11.02.17 )
 
< Προηγ.   Επόμ. >

Το περιοδικό μας

Κατεβάστε όλα τα τεύχη του περιοδικού

Παράθυρο στο χωριό

Hello, you either have JavaScript turned off or an old version of Macromedia's Flash Player. Get the latest flash player.

Facebook

Facebook

Youtube

Youtube
Κυριακή
5
Ιουλίου
Αθανασίου του εν Άθω, Λαμπαδού, Κυπριανού