http://www.mporos.gr/neoxori

Ιστορίες από το χωριό PDF Εκτύπωση E-mail
Γράφει ο/η Στρατής Παντελέλης   
31.12.08
Άμιλλα –Ανταγωνισμός

Η ζωή στο χωριό τον περασμένο αιώνα και γενικά παλιότερα, μας έχει αφήσει παρακαταθήκες, διδάγματα,συμβουλές και προτροπές, που αξίζει καμμιά φορά να τις αναφέρουμε και να τις σχολιάζουμε, πότε προς αποφυγήν και πότε προς μίμηση. Ευτράπελα συμβάντα που πολλές φορές φαίνονται ασήμαντα , έκρυβαν όμως μέσα τους όλη τη φιλοσοφία του παρελθόντος, τη διδαχή και την γνώση, τη θυμοσοφία του λαού.
Ένα τέτοιο περιστατικό θα σας διηγηθώ, όπως το έχω ακούσει άπειρες φορές να το αναφέρουν χωριανοί μας και που έχει να κάνει με την έξαρση του φιλότιμου στο άτομο,το συναίσθημα αυτό που, καθώς λέγεται, δεν υπάρχει σε άλλους λαούς.Είναι καθρά ελληνική συναισθηματική κατάσταση, ψυχική ηρεμία και ανωτερότητα. Επίσης έχει να κάνει με την άμιλλα, το κέντρισμα για παραγωγή έργου και τον συναγωνισμό.
Στους παλιούς ‘‘ταϊφάδες’’ για το μάζεμα της ελιάς, μεγάλες ομάδες γυναικών μαζεύτρες, άξιες και τετραπέρατες σ’ αυτή την ανιαρή απ΄τη μια μεριά απασχόληση- να μαζεύεις μία μία την ελιά για να γεμίσει η περιβόητη ‘‘καλαθίδα’’- αναφέρονται πόλλα τέτοια ευτράπελα περιστατικά και για την αξιοσύνη και την καπατσοσύνη των γυναικών αυτών που τα κατάφερναν πολύ, αλλά και για τις οκνές και ολίγον ανέμελες τις οποίες ‘‘τα αφεντικά και οι κεχαγιάδες’’ (επιστάτες) των μεγαλοκτηματιών της εποχής, είχαν επισημάνει και προσπαθούσαν με κάθε μέσον να τις συνετίσουν, να θίξουν το φιλότιμο τους, όπως έλεγαν, για να γίνουν καλύτερες να μαζεύουν τις ελιές και να είναι όλοι ευχαριστημένοι.
Πέραν της καθημερινής αμοιβής, το μεροκάματο, κάποιοι είχαν επινοήσει ένα είδος δώρου εξτρά, μπόνους για την εποχή εκείνη- ένα ευτελές ξερό σύκο που σήμερα θα λέγαμε πως ήταν ένα κέρασμα, ένα σοκολατάκι, μια επιπλέον αμοιβή. Άλλα χρόνια, άλλες ιδέες.
Στην ιστορία μας λοιπόν, λέγεται ότι ένας τέτοιος μεγαλοκτηματίας, άλλοι λένε τον Δημήτριο Κουλμπάνη, άλλοι αναφέρονται στα Αθανασέλια από το Πλωμάρι που είχαν κτήματα στο Μπορό, είχε δώσει κρυφά σε κάθε μια μαζώχτρα χωριστά ένα σύκο για αμοιβή, δώρο για να γεμίζει γρήγορα την καλαθίδα και να είναι αρεστή στο αφεντικό. Αυτός φαίνεται πότε πότε έβλεπε καμιά να αργεί να γεμίσει την καλαθίδα από τη μια, ή έβλεπε πως άλλη την είχε γεμίσει γρήγορα. Για να επαινέσει αφενός αυτή που τη γέμισε πρώτη αλλά και να παρατηρήσει αφετέρου την άλλη που δεν την γέμισε, άρα αδιαφορεί και χάνεται χρόνος, φώναζε να τον ακούσουν όλες εύθυμα και κοροϊδευτικά:
Εε! Συ που έφαγες το σύκο!
Όλες, ακούγοντας αυτό, νόμιζαν ότι το λέει αποκλειστικά για αυτήν μια και ήξεραν- νόμιζαν πως ήξεραν- πως μόνο σ’ αυτήν είχε δώσει την αμοιβή, το σύκο.
Έτσι και η προκομένη καμάρωνε που την επαινούσε το αφεντικό και η αργή, η οκνή στριμώχνονταν και σφίγγονταν να γεμίσει την καλάθα να γίνει και αυτή αρεστή στο αφεντικό.
Έτσι η φράση ‘‘Συ π’ έφαγες το σύκο’’ κατάντησε να λέγεται για έπαινο και προτροπή προς κάθε κατεύθυνση για άμιλλα και ανταγωνισμό, για φιλότιμο και αξιοπρέπεια.

Βενιζέλος - Τα χρεωστούμενα

Η διαβίωση του ανθρώπου πάντοτε, και τα παλιά χρόνια αλλά και τα σημερινά, δημιουργεί προβλήματα στους ανθρώπους που παλεύουν μέρα νύχτα για μια καλλίτερη ποιοτικά ζωή, μια άνετη οικογενειακή ζωή, βελτίωση συνθηκών διαβίωσης, μόρφωσης των παιδιών του και όλα όσα επακολουθούν αυτά.
Τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα,όπως συνήθως τα λέμε, ανεργία,οικονομική δυσχέρεια, όλα αυτά οδηγούσαν και οδηγούν τον άνθρωπο στα δάνεια τώρα, ή στα ‘’ δανεικά’’ την παλιά εποχή.Το να χρωστάς την παλιά εποχή εθεωρείτο μειονέκτημα του ατόμου, ‘’ κατηγόριο ‘’ όπως συνήθιζαν να λένε.Μάλιστα χαριτολογώντας έλεγαν αυτοσαρκαζόμενοι. ‘’Δεν είμαι όποιος κι όποιος, παντού παντού χρωστώ.’’
Ο Γεώργιος Χατζέλης, ο δικός μας Βενιζέλος, που όπως είπαμε κι άλλοτε ήταν έξυπνος άνθρωπος, τετραπέρατος και οξυδερκής, θέλοντας πολλές φορές και να διδάξει με τα λόγια του και τις πράξεις του και επειδή το να χρωστάς και να μην τα δίνεις δημιουργούσες πρόβλημα σ’ αυτόν που σε εμπιστεύθηκε και σε βοήθησε,αλλά και επειδή δεν έπρεπε να μπεί ο καινούργιος χρόνος και συ να χρωστάς, έβγαινε λοιπόν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς στο δώμα [τόπος υπερυψωμένος στο κέντρο του χωριού] και τελαλούσε με την δυνατή και χαρακτηριστική φωνή του.
‘’Όποιος μου χρωστά να’ ρθεί να μου τα δώσει και σ’ όποιον χρωστώ να ‘ρθεί να τα πάρει!.…’’
Αυτά όλα τα επινοούσε έτσι πολλές φορές χωρίς λόγο,χάριν αστειότητος,αλλά εδώ πρέπει εμείς να επισημάνουμε ότι αυτός ο απλός άνθρωπος αυτοσαρκαζόμενος στηλίτευε και δίδασκε. Γιατί έλεγαν και τούτο τότε..’’Δανείσκεις καλοπέρασες, στεναχωρέθκη δος ‘τα’’.
Το θέμα αυτό με τα δανεικά θα μπορούσαμε να το αναπτύξουμε περισσότερο, αλλά δεν είναι του παρόντος, γιατί όλοι ξέρουμε και αυτούς που δάνειζαν δέκα και χρέωναν εκατό, με αποτέλεσμα στο τέλος ο φουκαράς ο δανειζόμενος έχανε το κτήμα του, τα ζώα του , την περιουσία του.
Αλλά αυτό μια άλλη φορά!

 

 

 

Περπατώντας στα παλιά μονοπάτια - το πάθος και πού μπορεί να οδηγήσει

Κουβαλούσαμε απίδια στο διπλανό κεφαλοχώρι. Ντάλα μεσημέρι στα μέσα του καλοκαιριού.Ο μπάρμπα-Λευτέρης ένας καλός άνθρωπος ήρεμος και ήμερος, σαν χαλάζι όσο κι αν φαίνεται παράξενο. ¨Οσο τον κουβεντιάζεις και τον αγαπάς, λιώνει για χάρη σου.Αλλά και σκληρός και δυνατός σε όλα του, σαν το χαλάζι που πέφτει στη λαμαρίνα και βροντολογά και κάνει φασαρία

Φορτωμένα τα ζα με τα κοφίνια γεμάτα απίδια μέχρι τα μπούνια.Ζαχαράπιδο τραβούσε την εποχή αυτή η Χίος και η Θεσσαλονίκη ακόμα.Ήταν όμως πολύ ντελικάτο απίδι που αν δεν ξεκινήσει λιγο γρήγορα για την αγορά και αγουρωπό, πάει τό ‘χασες.Είναι για πέταμα. Ωριμάζει γρήγορα, μαυρίζει και είναι άχρηστο.Μόνο για φαφουτιασμένες γριές κάνει.

Αχάραγα ακόμα τα μαζέψαμε, τα σκευάσαμε στα κοφίνια με αφτέριες από μέσα για να μην πληγωθούν.και με μια τεράστια μεσάλα δένονται από πάνω σταυρωτά και ασφαλίζονται για το δύσκολο ταρακουνητό ταξίδι με τα ζώα.

Ο μπάρμπα- Λευτέρης είχε δυο άξια ζώα.¨Ενα μουλάρι πανέξυπνο και δυνατό

πολύ,μόλις του είχε βγάλει τα παλιβάνια για να μάθει να περπατά σωστά και σίγουρα.Την τέχνη αυτή λίγοι μπορούσαν να την κάνουν,ήθελε μεγάλη αντοχή και υπομονή, γιατί το ζώο είναι ατίθασο.Δεν δέχεται επεμβάσεις του ανθρώπου στη φυσική του ζωή.Όμως ο μπάρμπα-Λευτέρης σ' αυτά ήταν μάννα.Μπορούσε όπως έλεγε να το κάνει να περπατά ακόμα και με τα δύο.Το δεύτερο ζωντανό ήταν το παλιό του συντρόφι.Μαζί μ' αυτό ξεκίνησε πολλές και δύσκολες δουλειές.Στο όργωμα,στο ζευγάρι,στα φορτώματα ,ήξερε γράμματα Το κάθε φόρτωμα ήθελε τέχνη και ‘πιδεξιοσύνη,αλλά να σε βοηθά και το ζώο.Τα ξύλα τα ψιλά, για τα τζάκια φορτώνονταν με αντιστήριγμα στο άλλο μέρος, την φορτωτήρα.Ομπαρμπα-Λευτέρης ήταν ο μόνος που φόρτωνε χωρίς φορτωτήρα,το μουλάρι του έφτιαχνε σωστή πλάτη και κρατούσε τα δεμάτια τα ξύλα χωρίς να ξεγέρνει μόνο με τις σκάλες στα σκαρβέλια.Το ίδιο και στα γομάρια τις ελιές,στην αρχή τα έβαζε κατασάμαρα και μετά το δεύτερο,έπαιρνε τη σωστή θέση στο ζώο ,αριστερά και δεξιά.Στον κυρεστέ πάλι (τα μεγάλα κουτούκια για ξυλεία) τα έβαζε από τη μια και από την άλλη να κρέμονται διαγώνια δεμένα μόνο από το μπροστινό σκαρβέλι και μετά τα έδενε και πίσω τραβώντας τα επάνω κόντρα.Αυτά όλα τα κατάφερνε με δικές του τεχνικές και ολομόναχος.Στο ζευγάρι πάλι το ζώο έπρεπε να ξέρει να τραβά αλέτρι σωστά και αρμονικά Ο οδηγός καλός, αλλά καλύτερο το ζώο. Ήξερε και τη στροφή και τη γραμμή.

Αυτά τα καλά εργαλεία είχε στη δούλεψή του ο μπάρμπα-Λευτέρης και εκτιμούσε τη δούλεψή τους.Παιδιά δεν αξιώθηκε να κάνει,αλλά τα ζώα του τα φρόντιζε σαν παιδιά του.Τα μουλάρια είναι δυνατά και έξυπνα ζώα.Πατούν γερά και δεν σε ρεζιλεύουν, όπως τα άλογα.Αυτά είναι για δρόμο και για τα πανηγύρια, όπως έλεγε.Τα πόδια τους στραβώνουν, διπλώνουν άμα ζοριστούν στο φόρτωμα.Δεν τα πήγαινε καθόλου

Φορτωμένα τα ζα , ο μπάρμπα-Λευτέρης κι εγώ προχωρούσαμε με μεγάλη προσοχή στα ζώα για να τους κάνουμε πιο εύκολο αυτό το κουραστικό γι' αυτά έργο, πότε τα τραβούσαμε για να τα βοηθούμε στις κακοτοπιές, πότε να τα μιλούμε για να μας νοιώθουν κοντά τους Τα αγαπούσαμε τα ζώα και οι δύο.Εγώ ιδιαίτερα τρελαινόμουν όταν άρχιζε να μου μιλά γι' αυτά.Ο Ψαρής και ο Μαύρος.Ηφροντίδα ξεκινούσε από αυτά και ύστερα τακτοποιούσε τα προσωπικά του.

Περπατούσαμε σιγά σιγά, γιατί ο δρόμος ήταν λίγο κακοτράχαλος. Λακούβες και κοτρώνες, γιαλιστερές επιφάνειες λειασμένες απ' τα πολλά ζώα τα πεταλωμένα που περνούσαν από κεί Πήγαινε έλα ο βράχος που είχε χρησιμοποιηθεί σαν δρόμος είχε λειανθεί τόσο που έδωσε και το όνομά του.Γλύστρες το λένε ακόμα μέχρι σήμερα, που πια δεν περνά κανένα ζώο. Ο βράχος το μονοπάτι όλα έχουν περάσει στο παρελθόν Ο δρόμος έκλεισε από τα βάτα ,τους πρίνους και τα αγριορόμανα. Η σκέψη μου πήγε αλλού. Περασμένα μεγαλεία!

Το μέρος παρακάτω ήταν λίγο άγριο με τα βράχια από πάνω σαν έτοιμα να κατακρημνιστούν με απότομες κλίσεις υψώνονται απειλητικά που προκαλούν φόβο .

Ορθια και μονοκόματα, τεράστιοι όγκοι δύσμορφοι που αν τύχει και νυχτωθείς μπορεί να σε φαντάξουν.Φοβάσαι να περάσεις μόνος, σκιάζεσαι.

- Το μέρος τούτο φαντάζει, μου λέει ο μπάρμπα-Λευτέρης.

- Γιατί, ρωτώ ανυπόμονα και λίγο φοβισμένος.

- Να γιατί βοηθά τους παλιανθρώπους να κάνουν τις παλιοδουλειές τους. Παλιότερα μπορούσαν δυο τρία άτομα να μας πάρουν το φορτίο ακόμα και τα ζώα.Μακάρι τώρα να μην γίνονται πια.

Πάνω στην ώρα πέρα μακριά φάνηκε ένα μαυράδι να κινείται, κάτι σαν ζώο , σαν άνθρωπος.Επηρεασμένος εγώ από την κουβέντα μας, άρχισα να σκέφτομαι το κακό. Με τις σκέψεις αυτές το μαυράδι άρχισε να γνωρίζεται. Ήταν άνθρωπος. Δεν άργησε να μας πλησιάσει καθώς εμείς πηγαίναμε κι αυτός ερχόταν.Ενας μεσήλικας, λίγο μαυριδερός και ξερακιανός τύπος, κουρασμένος με βλέμμα λίγο αγριωπό, σαν κάτι να τον βασάνιζε, σαν κάτι να είχε επίμονα στο νού του.

Τον χαιρετίσαμε απλά.Δεν ανταπέδωσε τον χαιρετισμό. Για μια στιγμή νοιώσαμε πως ανταμώσαμε άνθρωπο αμίλητο και κακόπαρτο. Πήγαμε να φύγουμε και ‘'λαλήσαμε'' τα ζώα μας να προχωρήσουν. Τότε μίλησε ο διαβάτης. Το ύφος του και ο τόνος της φωνής του είχε κάτι το άγριο και το μονότονο.

-Έχεις τσιγάρο;

Μας ξάφνιασε γιατί αφού δεν μας χαιρέτησε πιο πριν, δεν μας μίλησε ανθρώπινα, όπως του φερθήκαμε εμείς,ήταν επόμενο κι εμείς να νοιώσουμε διαφορετικάΜετά το πρώτο ξάφνιασμα και χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του-κάτι που το είχε ο μπάρμπα-Λευτέρης στα φερσίματά του- και με όλη τη σοβαρότητα του απαντά:

-Όχι, δεν φουμάρρουμε.

Η απάντηση ήρθε το ίδιο προκλητική, όπως και η προηγούμενη συμπεριφορά του.

- Άει σιχτίρ, στ' ανάθεμα να πάτε.

Χωρίς να απαντήσουμε προχωρήσαμε. Ο μπάρμπα- Λευτέρης μούδωσε να καταλάβω με τα μάτια πως έπρεπε να μην δώσουμε συνέχεια στη κουβέντα. Είχα μεγάλη εμπιστοσύνη στις αποφάσεις του, στις κινήσεις του,στα φερσίματά του.Πάντα έβλεπα πως ότι έκανε,είχε δίκιο και ήταν σωστό.Ηματιά που μου έριξε, ήταν μια διαβεβαίωση πως μου χρωστούσε την κατάλληλη εξήγηση.

-Πάμε θα σου πω, ήταν σα να έλεγε.

Σκεφτικός πήρα το καπίστρι του σοπαδιού(μικρό μουλάρι) και προχώρησα.

Δίπλα μου περπατούσε ο ίδιος και προσπαθούσε με χίλιες δυο χειρονομίες να μου εξηγά. Ήμουνα μικρός και δεν μπορούσα να καταλάβω. Μου μιλούσε γι' αυτή την κακή συνήθεια του ανθρώπου, που μας ήρθε από πολύ μακριά. Παραξενεύτηκα που ήξερε τόσα πολλά ο φίλος μου. Το τσιγάρο, το κάπνισμα. Βέβαια σήμερα ύστερα από τόσα χρόνια και τόση ζημιά που έχει κάνει αυτό το πάθος του ανθρώπου, το τσιγάρο προκαλεί ακόμα το ενδιαφέρον του ανθρώπου για να το αποτρέψει και να το αποφύγει.

-Σήμερα αυτός ο άνθρωπος μας έμαθε πολλά, συνέχισε ο μπαρμπά-Λευτέρης. Η συνάντηση του μας έδωσε χίλια δυό επιχειρήματα για να μπορέσουμε να διδάξουμε κιόλας πολλούς ανθρώπους, να σώσουμε, γιατί και εμείς τώρα σωθήκαμε.

Σοβαρεύτηκα και του ‘ριξα μια ανησυχητική ματιά.

-Ναι, με διαβεβαίωσε, σωθήκαμε. Αυτός ο άνθρωπος με το γιαλισμένο μάτι μπορούσε να μας σκοτώσει κιόλας, για ένα τσιγάρο. Τόσο ήταν το πάθος του. Αυτός ο τύπος είναι θεριακλής και σίγουρα θα έχει μέρες να φουμάρει. Μόλις μας είδε οπωσδήποτε από τα καρσινά (απέναντι) χωράφια μας ξέκρινε, γιατί δεν τον γνωρίζω από τα δικά μας μέρη δεν είναι. Ξενοτοπίτης φαίνεται και άνθρωπος βουνίσιος και σκληρός.

Έμεινα άφωνος και λίγο σιλλογισμένος. Δηλαδή με το παραμικρό ζήτημα μπορεί ο άνθρωπος να κινδυνέψει. Έτσι και βρεθεί κανένας λίγο οξύθυμος ή λίγο ανάποδος και πει και αυτός μια κουβέντα παραπάνω το κακό δεν αργεί να γίνει. Αυτό που λένε για ψίλου πήδημα. Η ψυχραιμία όμως, η γνώση και η λογική πολλές φορές σώζει την κατάσταση.

Για να ξεδιαλύνει το τοπίο που δημιούργησε το κακό συναπάντημα με αυτόν τον παλιάνθρωπο και για να μου δώσει λίγο θάρρος και να δημιουρήσει ατμόσφαιρα ασφάλειας ο μπαρμπα-Λευτέρης μου άρχισε το μάθημα.

-Τούτο τώρα μας δίδαξε και κάτι άλλο. Από δω και πέρα θα κουβαλούμε μέσα στον τορβά μαζί με τα σύνεργα μας και τα άλλα χρειαζούμενα και μια κούτα τσιγάρα. Για να κερνούμε τους τυχόν θεριακλήδες που θα βρίσκουμε στο δρόμο μας, να τους καθησυχάζουμε τα πάθη και τα άγρια ένστικτα που έχει ο άνθρωπος μέσα του. Αυτά είπε και γέλασε ο μπαρμπα-Λευτέρης.

-Και σπίρτα! Συμπλήρωσα εγώ με νόημα και ο μπάρμπας μου ξεράθηκε στα γέλια.

 Εύθυμες  ιστορίες

 

            Προπολεμικά, μετά τις μεγάλες ανακατατάξεις και αναταράξεις που έλαβαν χώρα στην Ελλάδα και στην Ευρώπη μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, τους Βαλκανικούς πολέμους του '12-13 και τη Μικρασιατική καταστροφή του '22, το αποκορύφωμα όλων αυτών των γεγονότων, ειδικά για την Ελλάδα, οι μετακινήσες πληθυσμών από το ένα μέρος στο άλλο ήταν συνηθισμένο φαινόμενο.Αυτό επακολουθούσε χίλια δυο γεγονότα που άλλαζαν τη ζωή του καθενός σε τομείς  γλώσσας ,ιδεών ,εθίμων, συνηθειών, γενικά τρόπων διαβίωσης,ενδυμασίας, συμπεριφοράς, φαγητών κ.τ.λ.

            Από τη μια μέρα στην άλλη η ζωή του καθενός άλλαζε προς το καλλίτερο ή προς το χειρότερο. Μεταφερόταν ο κόσμος για να βρει δουλειά, καλλίτερη τύχη για τον ίδιο και την οικογένειά του.Πολλοί βρέθηκαν να ταξιδεύουν με σαπιοκάραβα για Αμερική, γενικά όπως έλεγαν εννοώντας τις Ηνωμένες Πολιτείες( Ν. Υόρκη-Βοστώνη) ή Αργεντινή, Βραζιλία στη Ν. Αμερική.Οι περισσότεροι ήταν τυχεροί και μέχρι σήμερα σ' αυτούς οφείλονται οι μεγάλες εστίες Ελληνισμού στην Υπερατλαντική Ήπειρο. Η Αυστραλία και η Αφρική και η Γερμανία αργότερα ήταν τόποι μετανάστευσης μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

            Οι εσωτερικές μετακινήσεις πληθυσμών είτε βίαιες (προσφυγιά) είτε κανονικά για αναζήτηση τύχης είχανε κι άλλες επιπτώσεις Οι νέες περιοχές που προστέθηκαν στην Ελλάδα μετά το '12-13 Ήπειρος, Μακεδονία Θράκη,νησιά του Β. Α. Αιγαίου έκανε να αναπτυχθεί ακόμα περσσότερο ο πολιτισμός, το ελεύθερο εμπόριο και γενικά η οικονομία στις νέες και στις παλιές περιοχές. Τα επώνυμα και τα επαγγέλματα  δηλώνουν αυτή την  μετακίνηση.ή καταγωγή τους.Μερικά έμειναν σαν παρατσούκλια ή και επώνυμα αργότερα π. χ. Κρητικός, Ψαριανός.Ακόμα και μέσα στο νησί μας οι μετακινήσεις είχαν επίδραση στα επώνυμα, π. χ.Αγιασώτης ,Αγρίτης ,Πλωμαρίτης.Στα επαγγέλματα αναφέρουμε ενδεικτικά,Αραμπατζής, Γανωτής, Αλμπάνης.

            Σε δύσκολους καιρούς τότε, όταν δεν υπήρχε δουλειά στο χωριό, αρκετοί έστω προσωρινά πήγαιναν σε άλλα μέρη της Ελλάδας για να δου λέψουν και μάλιστα σε σκληρές δουλειές, ξύλα για κάρβουνα, χτίστες και ξυλουργοί σε μέρη όπως η Εύβοια και η Καβάλλα. Αλλά και στο χωριό μας βρέθηκαν ξένοι από άλλα μέρη έμειναν για πάντα ή προσωρινά και αργότερα ξεχάστηκαν. Έμειναν όμως μερικά περιστατικά κάτι σαν ανέκδοτα εύθυμα και αστεία που τα λέμε για να γελάσουμε.

            Αναφέρω δυο σημαδιακά.

            Ο παππούς μου, Ευστράτιος Παντελέλης έπαιζε βιολί, ο πατέρας μου Παντελής σαντούρι,και μαζί με άλλους συγχωριανούς τους αποτελούσαν την κομπανία του Μπορού. Ήταν ο Λιναρδής κλαρίνο, ο Εμμ. Βουλέλλης , ο ψάλτης, τρομπόνι , οΚ. Γιαλούρης βιολί, και ο Δημ.Καλδέλης βιολοντσέλο.

            Επαιζαν κάποτε στο καφενείοκαι όπως ξέρουμε,στα γλέντια όποιος χόρευε  πλήρωνε σύμφωνα με το έθιμό μας.Κάποιος ξένος στο χωριό μας, αναφέρουν πως ήταν Βολιώτης, χωροφύλακας κάτι τέτοιο, σηκώθηκε χόρευε χωρί να πληρώνει.Πιθανόν να μην το ήξερε, ή από αδιαφορία ή αλαζονία που ήταν εξουσία.Ετσι καθε δυο γύρες η μουσική σταματούσε να παίζει μήπως και φιλοτιμηθεί ο Βολιώτης και πληρώσει.Σε κάποιο σταμάτημα σηκώνεται ο παππούς μου (ή κάποιος άλλος) και λέει με ύφος σοβαρό και συμβουλευτικό:''Παίζετε ρε παιδιά, το παιδί είναι από το Βόλο, θα πληρώσει!''.Του έκανε εντύπωση το γεγονός  και πλήρωσε προσποιούμενος ότι δεν το ήξερε, στο χωριό του δεν το έχουν τέτοιο έθιμο.

            ‘Ετσι σήμερα η έκφραση ‘'από το Βόλο είναι, θα πληρώσει''λέγεται για κάποιον που για αμέλεια, αδιαφορία ή ακόμα και κουτοπονηριά αρνήται να εκτελέσει μια υποχρέωσή του.Εδώ καταγράφεται η διαφορά έθιμου από τόπο σε τόπο.

            Δεύτερο ευτράπελο.

            Στο χωριό μας βρέθηκε ένας Ιταλός πριν τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά. Δούλευε στα κτήματα των μεγαλοκτηματιών και μάθαινε στους χωριανούς μας την τέχνη του κλαδέματος.Ηταν τόσο καλός μάστορας που αργότερα όταν κάποιος ήθελε να παινεθεί για μάστορας, ανέφερε με κομπορημοσύνη πως εγώ έμαθα στον Ιταλό.

            Μια μέρα στο καφενείο που τα έπιναν τους έβαλλε το αφεντικό κρέας χοιρινό μεζέ,τηγανιά που λέμε.Ολοι έπεσαν με τα πηρούνια στο κρέας, διαλέγοντας τα κόκκινα   κομμάτια. Οκαημένος ο Ιταλός μέχρι να πάρει το πηρούνι ,από σεβασμό και ντροπή το κρέας είχε εξαφανιστεί.Τότε μονολογώντας και ψάχνοντας στο πιάτο λέει απελπισμένα::''Τί κόκκινο , τί άσπρο! !''Και έμεινε η έκφραση να λέγεται, όταν διαλέγουμε στο τέλος όλα γίνονται ίδια.

Τελευταία ανανέωση ( 24.01.09 )
 
< Προηγ.   Επόμ. >

Το περιοδικό μας

Κατεβάστε όλα τα τεύχη του περιοδικού

Παράθυρο στο χωριό

Hello, you either have JavaScript turned off or an old version of Macromedia's Flash Player. Get the latest flash player.

Facebook

Facebook

Youtube

Youtube
Κυριακή
5
Ιουλίου
Αθανασίου του εν Άθω, Λαμπαδού, Κυπριανού