http://www.mporos.gr/neoxori

Οι καφινέδεις τ' Μπουρού PDF Εκτύπωση E-mail
Γράφει ο/η Δημήτρης Κοφτερός   
10.12.08

kiriakatikoproino.jpg  

Ο Μπουρός στη δεκαετία του 1950 - 1960, αριθμούσε γύρω στα είκοσι καφενεία, σχεδόν το ένα δίπλα στο άλλο, σε απόσταση αναπνοής. Ξεκινούσαν απ' το τσαρσί και ανέβαιναν μέχρι το λιακό. Το τελευταίο καφενείο ήταν τ' Τσιρμάρ. Εγώ δεν το έφτασα καφενείο, αλλά ιατρείο. Κάποια καφενεία, είχαν και είδη μπακαλικής - μαναβικής. Μας έστελναν με το σουφρά για ρύζι, ζάχαρη κ.α. Κοντά στην εκκλησία των Αγίων Κων/νου και Ελένης, ήταν το καφενείο - τηλεφωνείο, του Τζάνου Ανδριωτέλλη. Εδώ υπήρχε το μοναδικό τηλέφωνο και μόνο από εδώ μπορούσες να τηλεφωνήσεις ή να στείλεις τηλεγράφημα. Κάποτε δυο Μπουριανοί, επέστρεφαν από Αθήνα και ήθελαν να πάει κάποιος στην Αγιάσο με δυο γαϊδούρια, να τους μεταφέρει στο χωριό. Τα χρήματα που είχαν, δεν ήταν αρκετά για να γράψουν πλήρες το τηλεγράφημα. Μετά από σκέψη έγραψαν: «ερχόμεθα ...δύο ημίονοι». Πήγε το τηλεγράφημα στο χωριό, το πήραν οι συγγενείς τους, το διάβαζαν το ξαναδιάβαζαν, αλλά δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι τους έγραφαν. Έτσι, οι ταξιδιώτες, αναγκάστηκαν να γυρίσουν στο χωριό απ' την Αγιάσο, με τα πόδια.

Ανεβαίνοντας απ' το λαδομάγαζο την ανηφόρα για το τσιαρσί, πρώτο καφενείο - μανάβικο - μπακάλικο, ήταν τ' Μιμέλ. Ο καθένας εδώ στο χωριό ή σχεδόν ο καθένας, είχε το παρατσούκλι του. Το πραγματικό του ονοματεπώνυμο, Γεώργιος Δημητρίου Κακάμπουρας. Μαζί του δούλευαν και οι δυο του γιοι, ο Δημήτρης και ο Αντώνης. 

Δίπλα, το καφενείο - παντοπωλείο του Δημήτρη Παντελή Βενετή (τ' Μήτρ' τ' Παντιλή). Τον χώριζε το λαγκάδι απ' το καφενείο του Κακάμπουρα. Έξω απ' το καφενείο υπήρχε ένα γιασεμί που όταν άνθιζε, μοσχοβολούσε ο τόπος. Η κληματαριά, ήταν περισσότερο για ίσκιο παρά για σταφύλια.  Απ' την αστρατσιά, αγνάντευες το ποτάμι Πριόνα ή Καλιαμά και τη πλαγιά της Γιασάς. Στο πεζοδρόμιο, έβγαζε δυο μικρά τραπεζάκια, αλλά συνήθως έφερνε το καφέ σε δίσκο που τον τοποθετούσε σε μια καρέκλα.

Μεσοτοιχία, το καφενείο του Χανέ. Δημήτριος Ιωάννου Καλδέλλης, γραμμένος στο Δημοτολόγιο του χωριού. Τον βοηθούσαν οι δυο του γιοι, Νίκος και Παναγιώτης, τα Χανιδέλια. Στο τιζιάκ' και τα τραπέζια ήταν τοποθετημένο άσπρο μάρμαρο. Κοντά στη μπαλκονόπορτα ήταν το ραδιόφωνο και το γραμμόφωνο. Μια απ' τις πλάκες είχε το τραγούδι «ένα πιάτο άδειο στο τραπέζι». Κάποιες ήταν φθαρμένες και άλλες μισοσπασμένες. Μας τις έδινε, βγαίναμε στο μπαλκόνι και δοκιμάζαμε ποιος θα τις πετάξει ποιο μακριά. Στα πανηγύρια και τους γάμους, έπαιζε πότε η Μπουριανή κομπανία και πότε έφερνε «μουσική» από αλλού. Έξω απ' το καφενείο υπήρχε πεζούλι και απ' τη μεριά που συνόρευε με το καφενείο τ' Σαχλαριού, είχε κάγκελα. Εκεί ανέβαινε ο ντελάλης και διαλαλούσε, ενημέρωνε τους Μπουριανούς. Την πρόσοψη, κοσμούσαν πελεκητές πέτρες και στις δυο πόρτες υπήρχαν καπάντζες. Μια δυο φορές το χρόνο μαζευόντουσαν συγγενικά πρόσωπα και καθάριζαν τον καφενέ.

Όταν γέρασε ο Χανές, έφυγε με τα παιδιά του στη Μυτιλήνη. Τον καφενέ τον νοίκιασε στον Δημήτρη Γιαννούλο ή Μπουρνέλ'. Πριν το Χανέ, το καφενείο το είχε ο παππούς μου Δημήτριος Β. Κοφτερός. Πέθανε ξαφνικά μετά τη γέννηση του πατέρα μου Βασίλη, γύρω στα 1918. Στο σπίτι της γιαγιάς μου Μαριγώς, υπήρχε ένα μεγάλο γουδί στο οποίο «τατσίζαν» το καφέ. Ακόμα υπήρχαν, καβουρντιστήρι για να ψήνουν το καφέ, και υπολείμματα από ναργιλέδες. Ότι απέμεινε απ' το καφενείο του Χανέ, πουλήθηκε πρόσφατα σε αγνώστους.

      Δίπλα ακριβώς, είναι ο καφενές τ' Σχαχλαριού. Ευστράτιος Νικολάου Πανάγος το ονοματεπώνυμο του. Πριν χτιστή ο καφενές, στο χώρο λειτουργούσε νερόμυλος και άλεθαν τις ελιές. Ο καφενές χτίστηκε το 1950. Και εδώ τις γιορτές, η μουσική ήταν απαραίτητη. Απ' το μπαλκόνι του σπιτιού μας, έβλεπα «τα όργανα» να παίζουν και τον κόσμο να χορεύει. Απ' αυτό το καφενείο πέρασαν πολλές κομπανίες. Έπαιζε συνήθως η κομπανία τ' Μπουρού, τα Παντελέλλια, αλλά ερχόταν και απ' τη Πλαγιά, την Αγιάσο, τη Γέρα, το Ακράσι, το Παλιοχώρι, το Πλωμάρι κ.α. Κάποιες φορές έφεραν και ντιζέζ. Το 1954, ήλθε απ' την Αργεντινή, ο αδελφός του παππού μου, ο Καλδής Δ. Θαλασσέλλης. Ήταν καλοκαίρι και κάθε μέρα έπαιζε σαντούρι πότε μόνος και πότε με την κομπανία του ο Ακρασιότης σαντουριέρης και φίλος του Καλδή, Γιώργος Χατζέλης ή Βέβα.

Στο καφενείο υπήρχε μεγάλο ραδιόφωνο και άκουγαν τις ειδήσεις. Στις βουλευτικές εκλογές, το ραδιόφωνο μετέδιδε τις ειδήσεις με σβησμένα τα φώτα και κλειστές τις πόρτες.

Σ' όλα τα καφενεία έπαιζαν χαρτιά. Ξερή, εξηνταέξ', μπαλότ, πινόκ', εξάδα και πρέφα. Αυτό ήταν το αγαπημένο παιχνίδι του Γιώργου Χατζέλλη ή Βενιζέλου όπως τον αποκαλούσαν. Συνήθως ξυπόλυτος με γένια και παλιά ρούχα, έδινε ρεσιτάλ την ώρα του παιχνιδιού.  Εκεί έπαιζε χαρτιά και ο Μανώλης Κοντέλλης, Ατού. Είχε άσθμα, και κάπνιζε ένα τσιγάρο που βρόμαγε και το έλεγε, μπαλαντόνα. Νευρίαζε εύκολα, κοπανούσε τα χέρια στο τραπέζι και φώναζε, «ατού ρε». Στο καφενείο έπαιζαν ταύλι και ντάμα. Το καφενείο το δούλεψε και ο γιος του Νίκος.

Απέναντι ήταν το καφενείο του Νικολάου Δ. Αθανασσέλλη, Ψώμου. Μικρό καφενείο αλλά ζεστό. «ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ Ο ΑΣΤΗΡ» το είχε ονομάσει ο Δημήτρης Αθανασσέλλης. Στον τοίχο υπήρχε το αλφαβητάρι του πότη. Το χειμώνα άναβε ξυλόσομπα.

Λίγο ποιο πέρα, υπήρχε μια πεζούλα με σκουπίδια. Εκεί πηγαίναμε για να βρούμε καπάκια από μπουκάλια μπύρας ή αναψυκτικών,  για να παίξουμε. Το 1962, ο Παναγιώτης Βερβέρης απ' το Αμπελικό, του Μπουτέλ' τσ' Μαμής, έχτισε το καφενείο «η Άνοιξη». Ο τόπος είχε μάρμαρα και έβαλαν μπαρτιές για να τα σπάσουν. Τότε φανερώθηκε και μια πηγή απ' όπου έτρεχε πεντακάθαρο νερό. Κι εδώ έγιναν πολλά γλέντια και έπαιξαν διάφορες μουσικές κομπανίες. Θυμάμαι το χωροφύλακα, Χριστόφορο Ν. Αθανασσέλλη, Ψώμο, να τραγουδά και να παίζει τρίχορδο μπουζούκι πότε μαζί με τα Παντελέλλια και πότε μόνος του.

Απέναντι ήταν ο καφενές του Δημήτρη Καλδέλλη, «Αντίκας». Αυτός έπαιζε με την κομπανία του Παντελέλλη, μπασαβιόλα. Τραγουδούσε πολύ όμορφα και τον παρότρυνε να μάθει βιολοντσέλο, ο Στρατής Παντελέλλης. Δίπλα στο καφενείο ήταν η βρύση του πλάτανου. Από εκεί κουβαλούσαν τα καλοκαίρια όλοι κρύο νερό και εκεί έβαζαν τα αναψυκτικά για να παγώσουν.

Στο πλάτανο ήταν και το καφενείο του Ευστρατίου Ιωάννου Χιωτέλλη «Γιννιά». «Έκλεισε», όταν ήμουν στο Δημοτικό και στο χώρο του καφενείου άπλωνε τη «πραμάτια» του ο «Αυτουσμής» απ' το Πλωμάρι. Έφερνε τις Κυριακές, είδη ρουχισμού.  Το βράδυ που έφευγε για το Πλωμάρι, όσοι φοιτούσαμε στο Γυμνάσιο και μέναμε στο Πλωμάρι, ανεβαίναμε στη καρότσα του φορτηγού για να γλιτώσουμε τη πρωινή ταλαιπωρία αλλά και τα εισιτήρια του λεωφορείου.

Όλα τα καφενεία που αναφέραμε πιο πάνω, ήταν στο τσαρσί. Μετά το πλάτανο, ήταν το καφενείο του Ευστρατίου Δ. Καβαρνού, του Γρηγορίου Γ. Βενετή, Γληγουρέλ', και το καφενείο -τηλεφωνείο του Τζάνου Ανδριωτέλλη.

Ανεβαίνοντας την ανηφόρα προς την «καμπάνα», ήταν το καφενείο του Παναγιώτη Καλδέλλη, «τ' Μπότη». Πριν ανοίξει το καφενείο, ήταν στο εξωτερικό και στην επιστροφή του έφερε κι ένα γραμμόφωνο. Στη δική μας εποχή, το δούλευε ο γιος του Μανόλης. Αυτό ήταν το καφενείο της νεολαίας. Εδώ κατέβαινε και καθόταν, ο Μητράκος. Γραφικός τύπος με τις παραδοσιακές βράκες το γιλέκο και το μυτερό μαύρο σκαρπίνι.  

Ακριβώς στη καμπάνα άνοιξε στη δεκαετία του 1960 το καφενείο «ΚΑΖΙΝΟ» του Ελευθερίου Βερβέρη. Καταγόταν απ' το Αμπελικό, ήταν μαραγκός και παντρεύτηκε στο Μπορό την Ειρήνη Κουτσουραδή, «Μπιρδικούλ».  Όταν ήλθε στο χωριό το ηλεκτρικό, αγόρασε ηλεκτρόφωνο. Συνήθως πήγαινε η νεολαία και έβαζε «πλάκες», στο ηλεκτρόφωνο. Ο τσελεμεντές του Περπινιάδη, ήταν το αγαπημένο μας τραγούδι. Αργότερα, αγόρασε ψυγείο και έφερνε παγωτά. Ίσως είναι ο πρώτος που έφερε τηλεόραση. Συνήθως έφτιαχνε μόνος τους μεζέδες του ούζου, «φάγ' λέγου πάτερ, γω τα ποίκα....»

Λίγο ποιο κάτω, ο καφενές του Χριστόφα Χατζέλλη,  «Κουνάτσ'». Ίσα - ίσα τον θυμάμαι. Τον έκλεισε όταν ήμουν πολύ μικρός. Έφυγε στη Μυτιλήνη και ασχολήθηκε με την εκτροφή και διάθεση του κοτόπουλου.

Αριστερά ποιο κάτω, το καφενείο του Εμμανουήλ Γ. Αβαγιάννη. Μετά τον θάνατό του, το δούλεψαν ο Γιώργος Β. Ασπρολούπος και ο Γιώργος Εμμ. Αβαγιάννης.  Αυτό ήταν «ΤΟ ΚΡΥΣΤΑΛ». Εδώ υπήρχε το πρώτο πικ - απ, και ακούγαμε ότι καινούργιο έβγαινε. Στο ρεπερτόριο η Φωτινή Μαυράκη, «απ' τη ζωή στο θάνατο» κ.α., Καζαντζίδης, Αγγελόπουλος, Περπινιάδης κ.α.

Απέναντι ακριβώς, το καφενείο του Ιωάννη Βαλάκου. Έξω απ' το καφενείο υπήρχε ένα αγιόκλημα που φορτωνόταν με άσπρα μυρωδάτα λουλούδια. Δεν το πρόλαβα ανοιχτό.   

Δυο βήματα ποιο πάνω, ο καφενές του Εμμανουήλ Μπουλμέ. Καταγόταν απ' το Πλωμάρι και ήταν μεγάλης ηλικίας.  Εκεί θυμάμαι το Δημήτρη Χατζέλλη να παίζει τρίχορδο μπουζούκι και να τραγουδά μαζί με το Σάββα Θαλασσέλλη, το τραγούδι «ένα Σαββάτο βράδυ μια Κυριακή πρωϊ».

Απέναντι απ' το καφενέ του Μπουλμέ, είναι το σπίτι του Νικολάου Ε. Πανάγου και του Νικολάου Καβαρνού. Στο χώρο αυτό τα παλιά χρόνια υπήρχε  το καφενείο του Παντελής Ευστρατίου Βενετή.

Ποιο πάνω, στο λιακό, ήταν το καφενείο του Παναγιώτη Κακάμπουρα, «Νταγρά». Απ' έξω είναι μια πεζούλα, είχε φυτέψει λουλούδια και έβγαζε καρέκλες και λιγοστά τραπέζια για τους πελάτες.

Τους χειμερινούς μήνες, υπήρχε καφενείο στην «κάτω μηχανή» κοντά στο ελαιοτριβείο. Όσοι πήγαιναν να αλέσουν ελιές, ή όσοι περίμεναν το λεωφορείο για το Πλωμάρι, έβρισκαν ζεστασιά σε τούτο το καφενείο. Το καφενείο το δούλεψε κάποιος Τσιργιάννης και αργότερα ο Τζάνος Ανδριωτέλλης. 

Το καφενείο για τους Μπουριανούς, ήταν τόπος συνάντησης, ανταλλαγής απόψεων για τα θέματα που τους απασχολούσαν (κλάδεμα, τιμή του λαδιού, άλεσμα ελιάς κ.α.), επίλυση προσωπικών διαφορών, κατέληγαν πολλές φορές σε άγριους καυγάδες, κουβέντας, πειραγμάτων ακόμα και ξεγνοιασιάς. Τα χαρτιά το τάβλι και λιγότερο η ντάμα τους ξεκούραζαν και τους διασκέδαζαν. Στα καφενεία του τσαρσί γίνονταν όλες οι πολιτιστικές και κοινωνικές εκδηλώσεις (γάμοι, μνημόσυνα, βαφτίσια κ.λ.π.). Το ούζο ήταν το πιοτό των Μπουριανών. Το αγόραζαν χύμα απ' το Πλωμάρι, και συνήθως ο καθένας είχε τη δική του ποιότητα. Άλλος ούζο Γιαννατσή, άλλος Πιτσιλαδή, άλλος ούζο Βαρβαγιάννη. Κάποιοι είχαν και κουμπαριές με τους ποιο πάνω ποτοποιούς. Ο μεζές που συνόδευε το ούζο, λίγα στραγάλια ή ελιές. Κάποιες φορές έψιναν κρέας ή έφτιαχναν λίγο φαγητό, αλλά σπάνια. Οι Μπουριανοί το ούζο το έπιναν νερομένο. Υπήρχαν άνθρωποι που περνούσαν απ' όλα τα καφενεία. Οι καφετζίδες ήταν μεταξύ τους αγαπημένοι. Έκλεινε το βράδυ κάποιος το καφενέ για να πάει στο σπίτι του και πέρναγε απ' τους ανοιχτούς καφενέδες, έπινε ένα ούζο στο τιζιάκ, κέρναγε τις παρέες και πήγαινε για ύπνο. 

Ηλεκτρισμός δεν υπήρχε και ο φωτισμός γινόταν με το λουξ. Η ξυλόσομπα ζέσταινε και ζεσταίνει τις παγερές νύχτες του χειμώνα.  

Σήμερα τα πράγματα άλλαξαν. Έμειναν δυο καφενεία, το λούξ αντικαταστάθηκε από το ηλεκτρικό και τα αναψυκτικά παγώνουν στο ψυγείο. Το ούζο συνοδεύεται με μπόλικο μεζέ, τα γλέντια γίνονται συνήθως το καλοκαίρι και σε κάποιες γιορτές. Σπάνια ακούς τα τοπικά τραγούδια και βλέπεις ζωντανή μουσική. Αντί αυτών ακούς το ενοχλητικό  κασετόφωνο  να παίζει ως και ακατάλληλες ώρες με τραγούδια του συρμού.

 


 


Τελευταία ανανέωση ( 10.12.08 )
 
< Προηγ.   Επόμ. >

Το περιοδικό μας

Κατεβάστε όλα τα τεύχη του περιοδικού

Παράθυρο στο χωριό

Hello, you either have JavaScript turned off or an old version of Macromedia's Flash Player. Get the latest flash player.

Facebook

Facebook

Youtube

Youtube
Τρίτη
10
Δεκεμβρίου
Μηνά Καλλικελάδου, Ερμογένους και Ευγράφου μαρτ., Θωμά οσίου, Θεοτέκνου ιερομάρτυρος